ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΣΤΟ:

iliochori@gmail.com


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3 Μαΐ 2012

«Έφυγε» ο Αγάπιος Τόλης ιδρυτής του ομώνυμου Μουσείου

Ο Αγάπιος Τόλης, ο γνωστός Ζαγορίσιος συλλέκτης, έφυγε για πάντα. Άφησε την τελευταία του πνοή το απόγευμα της Πρωτομαγιάς σε ιδιωτικό Νοσηλευτικό Ίδρυμα των Ιωαννίνων, όπου τις τελευταίες εβδομάδες νοσηλεύονταν.Άνθρωπος της Αυτοδιοίκησης ο εκλιπών. Διετέλεσε, επί πολλές δεκαετίες (!) Κοινοτάρχης των Κήπων –της γενέτειράς του– από τους πλέον επιτυχημένους της περιοχής Ζαγορίου.Ολόκληρη τη ζωή του την αφιέρωσε ο Αγάπιος Τόλης στη συλλογή λαογραφικών αντικειμένων. Όνειρο, μιας ζωής, η δημιουργία Λαογραφικού Μουσείου. Και το πραγματοποίησε – εν μέρει όμως – ο συλλέκτης.Κρίμα που ο Αγάπιος Τόλης δεν πρόφθασε να παραστεί – όπως διακαώς το επιθυμούσε – στα εγκαίνια των νέων κτιριακών εγκαταστάσεων που ανεγέρθηκαν στους Κήπους, προκειμένου να «στεγαστεί» η πλούσια και ιδιαίτερα σημαντική συλλογή του Λαογραφικού Μουσείου, που φέρει το όνομά του. Ανεκτίμητη και από τις καλύτερες της χώρας χαρακτηρίστηκε η συλλογή του από ειδικούς.Για το αξιόλογο έργο του ο Ζαγορίσιος συλλέκτης τιμήθηκε από την Πολιτεία και από άλλους φορείς.

Το τελευταίο αντίο

Χθες το μεσημέρι, συγγενείς, χωριανοί και πολλοί φίλοι του – και είχε πολλούς – από τα Ζαγοροχώρια, συνόδευσαν τον Αγάπιο Τόλη στην τελευταία του κατοικία, στους Κήπους, στο αγαπημένο του χωριό. Στη σορό του κατατέθηκαν πολλά στεφάνια και έγιναν δωρεές για κοινωνικούς σκοπούς.Επικήδειους λόγους εκφώνησαν οι Αλέκος Καχριμάνης, Περιφερειάρχης Ηπείρου, Γαβριήλ Παπαναστασίου, Δήμαρχος Ζαγορίου (είναι και οι δύο μέλη του προσωρινού Δ.Σ. του Ιδρύματος) Πολύβιος Καρράς, Πρόεδρος του Συνδέσμου Ζαγορισίων, Δημήτριος Δέρβας, Μελίνα Δέρβα και Μιχάλης Οικονομίδης.

ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ

ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ ΣΤΟ: http://epirusgate.blogspot.com/ 

19 Φεβ 2012

Έθιμα Αποκριών στην Ήπειρο

Οι Aποκριές είναι η περίοδος που αρχίζει με το άνοιγμα του Τριώδιου και τελειώνει την Κυριακή της Τυροφάγου και στην Ήπειρο γιορτάζονταν πάντα με πολύ κέφι. Όταν παλαιότερα τα χωριά της Ηπείρου πλημμύριζαν από νεολαία και ήταν όλο ζωή στήνονταν γλέντια σχεδόν σε κάθε σπίτι. Οι παρέες κατασκεύαζαν αυτοσχέδιες μάσκες και αποκριάτικες φορεσιές και γύρναγαν όλο το χωριό. Το μασκαρεμένο ντύσιμο τους αποτελούνταν από μάσκες (προσωπίδες), ρούχα γερόντων, σιγκούνια, βράκες, ρόκες, κουδούνια, άμφια, τουφέκια, τσαρούχια, προβιές, κέρατα, και τόσα άλλα που προξενούσαν το γέλιο, ήταν παλιές φορεσιές, σωστά κουρέλια που ήταν για πέταμα, κρεμούσαν σκορδαμάθες και κρομμυδαρμάθες,κέρατα τράγι, κριαρίσια ή βοδινά που κοσμούσαν τα μέτωπα τους, ουρές αλογίσιες ή βοδινές που τις κρεμούσαν πίσω τους. Άλλοι ντύνονταν με ολόκληρα τομάρια , κρεμούσαν κουδούνια και κύπρους διπλούς και τριπλούς περπατούσαν ως και με τα τέσσερα σαν τα ζωντανά, χτυπούσαν ντενεκέδες ή άλλα παλιοσίδερα και χαλούσαν τον κόσμο. Γανώνανε τα πρόσωπά τους με μουντζούρα της τέντζερης ή του τηγανιού και έκρυβαν και λίγη μουντζούρα σε ΄να τενεκέ, το είχανε μαζί τους και στα αμασκάρευτα πρόσωπα που συναντούσανε μπροστά τους τα γανώνανε και τους φτιάχνανε τα πιο παράξενα μουστάκια. Στις γειτονιές και στα σπίτια τραγουδούσαν, στα σπίτια που πηγαίνανε οι ιδιοκτήτες προσπαθούσαν να ανακαλύψουν τους μασκαράδες, μετά τους κέρναγαν γλυκά, ποτά ή λίγα χρήματα για το καλό της Αποκριάς. Ένα από τα παιχνίδια της Αποκριάς που συναντούσε παλαιότερα κάποιος στην Ήπειρο και σε μερικά μέρη γίνεται αναπαράσταση ακόμη και σήμερα ήταν ο «Βαλμάς». Έθιμο κατά το οποίο δέκα – δεκαπέντε άτομα έκαναν κύκλο γύρω από μία φωτιά και προσπαθούσαν να ρίξουν κάποιο χορευτή μέσα.

Βαλμά, Βαλμά!

-Ορίστε αφέντη Παλαμά.

-Που τα ‘χεις τ’ άλογα?

-Στη βοσκή.

-Που?

-Στο Καστρί..

-Και εσύ τι κάνεις εδώ? (ακολουθεί κυνηγητό γιατί ο Βαλμάς άφησε μόνα τ’ άλογα)

Άλλο παιχνίδι  των Αποκριών ήταν το ”χάσκο”. 
Τις Αποκριές στην Ήπειρο συνήθιζαν να παίζουν ένα παιχνίδι που το ονόμαζαν  χάσκο. Στην άκρη ενός ξύλου στερέωναν μια κλωστή. Έβραζαν αυγά, τα ξεφλούδιζαν , τα έδεναν στην κλωστή και τα βουτούσαν σ’  ένα δοχείο με γιαούρτι.  Κουνώντας το ξύλο, ο παίχτης προσπαθούσε έχοντας τα χέρια του πίσω από την πλάτη του να πιάσει το αυγό με το στόμα. Και καθώς το αυγό  ήταν καλυμμένο με γιαούρτι, γέμιζε και το πρόσωπο του παίκτη προκαλώντας  το γέλιο στους  υπόλοιπους.
Στο Πωγώγι το παιχνίδι αυτό το έπαιζαν το βράδυ της Κυριακής της Τυρινής γύρω από το οικογενειακό τραπέζι. Το αυγό της Τυρινής ήταν το τελευταίο αρτύσιμο φαγητό  για  τη μέρα αυτή και  το  πρώτο που θα έτρωγαν  σαράντα  ημέρες  μετά , στην  Ανάσταση.
Στα  περισσότερα χωριά της Ηπείρου, την Κυριακή της Κρεατινής και της Τυρινής μικροί και μεγάλοι ντύνονταν μασκαράδες.

Το Σάββατο της τελευταίας Αποκριάς συναγωνισμός γινόταν  ανάμεσα  στις νοικοκυράδες, ποια θα φτιάξει πολλά και καλά τυρομπούρεκα.
Στο Ζαγόρι, η Κυριακή  της Τυρινής χαρακτηριζόταν από τα «τραπέζια της αγάπης». Το τραπέζι, που συνδυαζόταν με μεγάλο γλέντι, είχε πλούσια εδέσματα με συμβολική σημασία.  Συμβολικό έδεσμα ήταν οι διάφορες πίτες της γάστρας (τα πλακούντια των αρχαίων), τα τραπέζια ήταν γεμάτα με πίτες, τυρί, αυγά, γάλα και βούτυρο.
Μια γιορτή που έδινε μεγάλη ευθυμία, ήταν την εβδομάδα των Αποκριών , ήταν οι « Φωτιές», όλες τις βραδιές  της  εβδομάδος αυτής και μάλιστα τα Σαββατοκύριακα.  Εκτός από τα κοινά  γλέντια στα διάφορα σπίτια, γινόντουσαν οι  Φωτιές» ή τζιαμάλες όπου οι συγκεντρωμένοι έπιναν, τραγουδούσαν και χόρευαν, παρ΄ όλο το χειμωνιάτικο κρύο. Νέοι, κορίτσια και αγόρια ελαφρά μασκαρεμένα, μαζεύονταν και χόρευαν, ενώ οι ηλικιωμένοι γύρω από μια μεγάλη φωτιά, συμμετείχαν συζητώντας, παρακολουθώντας τους νιούς ή καμαρώνοντας τους δικούς τους.  Σύμφωνα με  το εύθυμο αποκριάτικο πνεύμα τραγουδούσαν και χόρευαν και χορούς με σατυρικούς στίχους εκτός από τους άλλους.

Όπως: «Στης ακρίβειας τον καιρό  επαντρεύτηκα κι εγώ. Ώχ και πήρα μια γυναίκα πώτρωγε για πέντε δέκα,και την πρώτη τη βραδιά έφαγε πέντε-έξι αυγά, και τη δεύτερη βραδιά προβατίνα με έξι αρνιά, και το τρίτο της το βράδυ, έφαγε ένα γελάδι.»

“Όταν ήμουνα μπεκιάρης έτρωγα κριγιά κι διάρες.Φόντας επαντρεύτηκα όλα τα στειρεύτηκα. Έκανα ένα παιδί κι έτρωγα χλωρό τυρί. Όταν έκανα δυο τρία έτρωγα μπομπότα κρύα κι όταν έκανα πεντέξι ζάρκα ήταν όλα μπλέτσι, κι όταν έκανα δεκάρι ζάρκος βγήκα στο παζάρι.”

Επίσης «Πως το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι. Με τον κ…μωρέ με τον κ… ..κ.λ.π»

“Μια καλή νοικοκυρά τάντρός της βράζει τραχανά, του φίλου της τυρί κι αυγά. Τάντρός της στρώνει στρώματα πέντε γομαροτόμαρα του βάνει και προσκέφαλο ενα γομαροκέφαλο. Του φίλου στρώνει στρώματα πέντε βαμπακοστρώματα του βάνει και προσκέφαλο ενα βαμπακοκέφαλο. κ.τ.λ”

«Πως  χορεύουν  τα παιδιά ρίχνουνται σαν τα τραγιά. Πως  χορεύους οι γριές ρίχνουνται σαν κοπριές..»

Άλλος μιμητικός χορός των Αποκριών ήταν και ο γανωτζής ή καλαντζής. Ένας από τους χορευτές παρίστανε τον καλατζή και  προσποιόταν πως γανώνει ταψιά και κατσαρόλες.

Οι φωτιές αυτές  κρατούσαν πολλές φορές και μετά τα μεσάνυχτα και βασικό ρόλο έπαιζαν τα παιδιά του μαχαλά.  Αυτά συγκέντρωναν τα  απαιτούμενα άφθονα  ξύλα από  τα διάφορα  σπίτια  της  γειτονιάς  με  την συγκατάθεση  των  νοικοκυραίων ή και  χωρίς  αυτή πολλές  φορές  κρυφά , και αυτά φρόντιζαν  να ξεχιονιστεί  ο  τόπος.  Όταν θέλαν  να διώξουν  τους  ξενομαχαλιώτες  μπροστά από την  φωτιά  γιατί  τους έπιαναν  την  στια σε σημείο που να μη μπορούν να κάτσουν  οι  «δικοί » έριχναν  χούφτες από  αλάτι στη φωτιά, σκάζοντας  το  αλάτι  ανάγκαζε  τους  παρακαθήμενους  να  τραβιούνται  λίγο  παρά  όξω από τη φωτιά.

Υπήρχε επίσης και η συνήθεια τις βραδινές ώρες της τελευταίας αποκριάτικης Κυριακής μετά το τέλος του χορού στο χοροστάσι, γίνονταν ειδικές επισκέψεις μεταξύ στενών συγγενών, ανάμεσα σ΄αυτούς και των αναδόχων(νούνοι). ‘Ετσι οι μικρότεροι στην ηλικία επισκέπτοντο τους μεγαλύτερους που τους παρέθεταν ελαφρό και εκλεκτό δείπνο, φεύγοντας τους φιλούσαν το χέρι λέγοντας “Καλή Σαρακοστή”.

Στην Άρτα την τσικνοπέμπτη οι μανάδες τσίκνιζαν τα τσουκάλια και μουντζουρώνονταν για το καλό του χρόνου. Οι λεγόμενες «μπούλες», οι μεταμφιεσμένες παρέες, έμπαιναν στις ταβέρνες και στα καφενεία δημιουργώντας θόρυβο και πειράζοντας τους άλλους θαμώνες.
«Αν είσαι κι αν δεν είσαι του δήμαρχου παιδί, εγώ θα σε γανώσω κι ας πάω φυλακή». Μια άλλη επινόηση ήταν η Γκαμήλα, ένα σκελετωμένο κεφάλι αλόγου δεμένο σ’ έναν πάσσαλο, μια τάβλα, που τη στήριζαν σε μια κουβέρτα και για να μη φαίνεται η άκρη του ξύλου, τη στόλιζαν με αλογίσια ουρά. Ο Γκαμηλιέρης φορούσε μια προβιά στο κεφάλι και έφερνε βόλτα τις γειτονιές. Την ίδια μέρα έβγαινε και η αρκούδα, που ήταν κάποιος που είχε μεταμφιεστεί. Ο αρκουδιάρης χτυπούσε το ντέφι και η αρκούδα έκανε πως θέλει να τον φάει.

Συρράκο

Το Σάββατο της Αποκριάς και το Σάββατο της Τυρινής έβγαινε το αρτινό γαϊτανάκι και έρχονταν και τα άλλα γαϊτανάκια από τα γύρω χωριά, με τα βιολιά. Οι άντρες ήταν ντυμένοι με φουστανέλα και φέσι. Τα μισά παιδιά ήταν ντυμένα με φουστανέλες και τα έλεγαν γενίτσαρους και τα υπόλοιπα με γυναικεία φορέματα και τα έλεγαν νύφες. Το γαϊτανάκι ήταν ένα ξύλο που στην κορυφή του είχε χρωματιστές κορδέλες. Σαν βράδιαζε, το γαϊτανάκι έμπαινε στην μπάντα σε κάποια γωνιά του καφενείου κι εκεί οι κάτοικοι γλεντούσαν μέχρι το πρωί. Έβλεπες στα πρόσωπα των Αρτινών το γέλιο και τη χαρά. Οι Απόκριες είχαν γλέντι και τραγούδι. Απ’ όποιο σπίτι και να περνούσες τα βράδια, θα αισθανόσουν το ξεφάντωμα εκείνων των ημερών.

Η νηστεία της Μ.Σαρακοστής ήταν ολοκληρωτική και για να είναι πλήρης έπρεπε να “ξαρτυθούν” με ιδιαίτερη φροντίδα όλα τα μαγειρικά σκεύη από τυχόν υπολείμματα κρέατος, τυριού κ.λ.π. Γι΄αυτό άλλωστε λέγεται και “Καθαρό Δευτέρα” ή “Καθαρό βδομάδα” από το καθάρισμα δηλ. που επακολουθούσε μετά τις Αποκριές.
Kαθαρά Δευτέρα (αλμυροκουλούρα)
Την Καθαρά Δευτέρα τα κορίτσια ήθελαν να μάθουν ποιον θα παντρευτούν. Έμεναν νηστικά όλη την ημέρα και το απόγευμα έπαιρναν από τρεις Μαρίες, (κατά προτίμηση), από μια κουταλιά αλεύρι, νερό και αλάτι και ζύμωναν μια κουλούρα, την έψηναν, την έτρωγαν και χωρίς να πιουν νερό έπεφταν για ύπνο. Ο άντρας που θα έβλεπαν στον ύπνο τους να τους δίνει νερό να πιουν θα ήταν ο μελλοντικός τους σύζυγος.

Το μαρτίτσι ή μαρτιάτικο ή Μάρτης
Ένα άλλο έθιμο που υπήρχε γι’ αυτές τις ημέρες (κάποιοι το τηρούν και σήμερα) ήταν το μαρτίτσι ή Μάρτης. Παλαιότερα μικροί και μεγάλοι το φορούσαν την παραμονή της 1ης Μαρτίου για να μην τους “πιάσει” ο Μάρτης και τους μαυρίσει!
Το μαρτίτσι γίνεται με δύο ή τρία, συνήθως μάλλινα νήματα σαν πλεξούδα, χρώματος λευκού και κόκκινου. Το φορούν στον καρπό ενός χεριού (συνήθως του αριστερού) σαν κομποσκοίνι και το κρατούν μέχρι το Πάσχα. Κατά το έθιμο το μαρτίτσι το καίνε με τη λαμπάδα, τη νύχτα της Αναστάσεως στην εκκλησία.

Βιβλιογραφία
Ήπειρος Πέτρινος μόχθος, πικρή ξενιτιά, επιμέλεια Δημήτρης Ελ.Ράπτης, εκδόσεις Μεταίχμιο
Εδεσματολόγειον Νάντια και Γιάννη Σαραντόπουλου, εκδόσεις Σαββάλας
Πωγωνησιακά και Βησσανιώτικα του Σπύρου Στούπη, εκδόσεις Δωδώνη Φωτογραφίες: Διαδύκτιο και Ηλιοχώρι (Ντομπρίνοβο) Ζαγορίου-Λαογραφία(www.iliochori.blogspot.com)
ΠΗΓΗ:   http://opyrros.wordpress.com/

21 Αυγ 2011

Μουσικοχορευτικό ύφος βλαχοφώνων Ελλήνων

Ομιλία του Τσιαμήτρου Γιάννη στο Ξηρολίβαδο στις 18 Αυγούστου 2011 μέσα στο πλαίσιο των «Γιορτών Βερμίου»

Α. Εισαγωγή

Το θέμα είναι τεράστιο και μέσα σε λίγες γραμμές είναι σίγουρο ότι δεν μπορεί να εξαντληθεί. Απλά, από την εμπειρία μας, αλλά και από την άντληση τεκμηριωμένων στοιχείων από σπουδαίους επιστήμονες και ερευνητές θα προσπαθήσουμε να φωτίσουμε το θέμα, με έναν κατανοητό τρόπο και λόγο για τον απλό ακροατή.
Καταρχάς πρέπει να τονιστεί ότι ο παραδοσιακός χορός σήμερα μέσα στο αστικό περιβάλλον που ζούμε, είτε το θέλουμε είτε όχι, έχει αλλάξει, γιατί ακριβώς δεν ζούμε σε παραδοσιακή κοινωνία. Σήμερα ο χορός αυτός έχει περισσότερο ψυχαγωγικό και όχι εθιμικό και κοινωνικό χαρακτήρα, έχει ομογενοποιηθεί, έχουν δημιουργηθεί σύλλογοι και γενικά υπάρχει μια διαφορετική εξέλιξη.
Παρόλα αυτά, η χορευτική πρακτική στην κοινωνία που ζούμε περιέχει στοιχεία και των δύο κόσμων (παραδοσιακού-αστικού), πράγμα που συμβαίνει και μάλιστα περισσότερο στους βλαχόφωνους Έλληνες. Τα ιδιαίτερα γλωσσικά ιδιώματα, δηλαδή τα βλάχικα και ο αρνητικά φορτισμένος όρος «Βλάχος», σε συνάρτηση με τις επιδράσεις της ρουμάνικης προπαγάνδας σήμερα δεν αποτρέπει τους βλαχόφωνους Έλληνες να εκδηλώνουν τη μουσικοχορευτική τους ταυτότητα και δεν υπάρχει πλέον λόγος για μεμψιμοιρία και αίσθηση απομόνωσης.
Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι στο παρελθόν ο χορός ξεκίνησε σαν ενιαία έκφραση μαζί το τραγούδι, παραχώρησε αργότερα μια θέση και στα όργανα, και όλα μαζί τελικά απετέλεσαν τη σημερινή τέλεια σύνθεση που είναι : χορός –  τραγούδι – μουσικά όργανα. Ωστόσο, η πρωταρχική μορφή χορός-τραγούδι χωρίς την ύπαρξη οργάνων διατηρείται ζωντανά και όχι με αναβίωση ακόμα και σήμερα στους βλαχόφωνους Έλληνες, πράγμα που αποδεικνύει, έτσι απλά, ότι αυτοί έχουν διατηρήσει αρχέγονες παραδόσεις αιώνων. Δεν έχει κανείς παρά να ανηφορίσει τα καλοκαίρια στα Βλαχοχώρια της Πίνδου στους τρανούς χορούς για να το διαπιστώσει.

Β. Χαρακτηριστικά - Χοροί - Τραγούδια - Μουσική - Όργανα

Πρώτα από όλα, πρέπει να αναφερθεί ότι το μουσικοχορευτικό ύφος των βλαχοφώνων έχει την αφετηρία του στην οροσειρά της Πίνδου και αποτελεί μέρος του αντίστοιχου ύφους της Ηπείρου και μάλιστα την καρδιά του.
Οι Βλαχόφωνοι Έλληνες έχουν πρώτον ιδιαίτερα κοινά χαρακτηριστικά στο μουσικοχορευτικό τους ύφος ως κλειστή πληθυσμιακή ομάδα και δεύτερον υπάρχει μια διαφοροποίηση από τόπο σε τόπο λόγω της διασποράς τους και των αναπόφευκτων επιρροών, πράγμα που είναι φυσιολογικό.
Για την πρώτη περίπτωση αναφέρουμε το βαρύ, αδρό, μεγαλοπρεπές, αρχέγονο και δωρικό χαρακτηριστικό, όσον αφορά στον χορό, στον ρυθμό και στην μελωδία. Πιο συγκεκριμένα, τα Μπεράτια και τα Συγκαθιστά των Βλαχοφώνων σε 7 χρόνους με γυρίσματα σε 2 χρόνους είναι πιο αργά από αυτά της Θεσσαλίας. Το ίδιο συμβαίνει και στα βαριά τσάμικα όπως τα λένε οι παλιοί, δηλαδή τα Ζαγορίσια των 5 χρόνων όπως είναι ο Λεωνίδας και το Καραπατάκι. 
Στην δεύτερη περίπτωση και ιδιαίτερα στον χορό, αναφέρουμε τον χορό Ζαχαρούλα του Βερμίου, ο οποίος έχει σαφή επιρροή στην κίνηση από Μακεδονικούς χορούς όπως ο Νιζάμικος και το Παιτούσκινο αλλά και οι χοροί Χατζηστέργιος και Βλαχούλα των Βλαχοφώνων της Ανατολικής Μακεδονίας που μοιάζουν με τους χορούς των Ντοπίων των Σερρών.
Οι χοροί των Βλαχοφώνων είναι οι χοροί στα δύο και στα τρία, τα τσάμικα όπου διαπιστώνεται ξεκάθαρα η ελληνικότητά τους και το αδιαίρετο του πολιτισμού της στεργιανής Ελλάδας και ακολουθούν οι κύριοι χοροί τους, που είναι τα Συγκαθιστά με τα γυρίσματά τους. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στους χορούς από το Συρράκο Γιάννη Κώστα και Μπαλατσό, το Βωβουσιώτικο από την Βωβούσα, στον Μετσοβίτικο ή Κεφάλι από το Μέτσοβο και την Κουτσούφλιανη Τρικάλων, στην Φραγκίτσα των Βλάχων από τα μεγάλα Λιβάδια Πάϊκου, στο Μπαϊράτσε από την Βλαχοκλεισούρα που έχει τον ρυθμό του Πουστσιένο της Φλώρινας, το Βαρύ Μπεράτι από το Κεφαλόβρυσο και βέβαια στην Ζαχαρούλα και στον Χατζηστέργιο που ήδη αναφέραμε. Οι ρυθμοί είναι ίδιοι με τους ελληνικούς: 2/4, 4/4, 3/4, 5/4, 7/4, 8/4 και τους συναντάμε από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Σπουδαίοι μουσικολόγοι όπως ο Ελβετός Samuel Baud Bovy και o Brailoiu μας αποδεικνύουν πως η αρχαία μετρική με τους πυρρίχιους, ίαμβους, τροχαίους, σπονδείους, ανάπαιστους, δάκτυλους κλπ, ρυθμούς, που συναντιούνται και στην μουσική των βλαχοφώνων, πέρασε ομαλά στην στιχουργία του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού και κατ’επέκταση και στην μουσική του. Δεν έχουμε τον χρόνο να κάνουμε μεγαλύτερη ανάλυση.
Τα τραγούδια τους είναι και στα βλάχικα ιδιώματα και στα ελληνικά και συναντάμε Πολυφωνικό (βλάχικο) τραγούδι στους Αρβανιτόβλαχους, όπως ακριβώς συμβαίνει στους συνέλληνες της περιοχής Πωγωνίου. 
Μετά τον χορό και τα τραγούδια θα αναφερθούμε και την μουσική των βλαχοφώνων καταθέτοντας εν συντομία την άποψη της διδάκτορος εθνομουσικολόγου Αθηνάς Κατσανεβάκη η οποία κατέληξε στο εξής: Μετά από έρευνα δέκα χρόνων στην φωνητική μουσική των βλαχοφώνων στα Δυτικά Βαλκάνια και περισσότερο στην Πίνδο, η καθηγήτρια επιβεβαιώνει ένα ισχυρό δεσμό και μια παλιά ρίζα της περιοχής για το συντριπτικό ποσοστό των Βλαχόφωνων και Σλαβόφωνων της περιοχής μαζί με τούς Ελληνόφωνους Ηπειρώτες και Μακεδόνες στην Δυτική Ελλάδα, καθώς και με τους Αλβανόφωνους της ευρύτερης περιοχής της Βορείου Ηπείρου στη νότια σημερινή Αλβανία.
Επίσης ο μουσικολόγος Παντελής Καβακόπουλος σε Ανακοίνωσή του το 1979 στο 4ο Συμπόσιο Λαογραφίας του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου μας επισημαίνει την αρχαϊκότατα του Συγκαθιστού των βλαχοφώνων, όπου τον αναλύει. Εμείς για τον απλό ακροατή απλά θα αναφέρουμε το κυρίως θέμα του χορού, η κύρια δηλαδή μελωδία, που είναι σε 8 χρόνους, και κατόπιν τα γυρίσματα του που είναι σε 7 χρόνους και 2 χρόνους. Με άλλα λόγια έτσι να το πούμε απλά, η χορευτική και μουσική διαδικασία δεν αποτελείται από έναν μόνο χορό και μια μόνο μελωδία αλλά από σύνθεση, πολλών χορών, μελωδιών και ρυθμών μαζί (το ένα πίσω από τον άλλο χωρίς σταματημό).
Τέλος, όσον αφορά στα μουσικά όργανα αυτά στην αρχή ήταν πενιχρά γιατί το τραγούδι. είχε τον πρώτο λόγο. Αυτά ήταν η γκάιντα, η φλογέρα και ο ταμπουράς. Αργότερα και στα τέλη του 19ου αιώνα με αρχές 20ου έχουμε βαθμιαία την είσοδο ορχήστρας η οποία αποτελείται από κλαρίνο βιολί - λαούτο και ντέφι. Στις περιοχές δε της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας με πρώτη την Σαμαρίνα επικρατούν οι ορχήστρες χάλκινων πνευστών των οικείων περιοχών.

Γ. Ο Τρανός Χορός

Ο Τρανός Χορός είναι χορός τελετουργικός, αργός, απλός αλλά συνάμα μεγαλοπρεπής και περήφανος, αρχέγονα Ελληνικός, κρατά άσβεστη στο χρόνο τη μνήμη, μεταφέροντας από γενιά σε γενιά, τις μνήμες της κοινότητας, τους θρύλους και τις δοξασίες, τα ήθη και τα έθιμα των Βλάχων. Γίνεται στο «μεσοχώρι», στις αυλές των εκκλησιών, ή σε άλλες επιλεγμένες τοποθεσίες. Σε αυτόν τον χώρο οι άγραφοι κανόνες καθορίζουν τα θέματα και τις διαδικασίες σύμφωνα με τις οποίες τα άτομα εντάσσονται στο ενιαίο χορευτικό σύνολο. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι άγραφοι αυτοί κανόνες τηρούνται με θρησκευτική ευλάβεια. απ΄όλους.
Στις πολλές περιοδείες που έχω κάνει τα τελευταία 30 χρόνια στα βλαχοχώρια της Πίνδου στην συνεχώς ίδια ερώτηση μου, γιατί στους τρανούς χορούς έξω από την εκκλησία στην γιορτή του Αγίου του χωριού όλα τα πλείστα των τραγουδιών είναι στην ελληνική γλώσσα, η απάντηση ήταν η ίδια : Έτσι τα βρήκαμε, έτσι τραγουδάμε και τραγουδούσανε οι πρόγονοί μας!!
Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι οτιδήποτε τελετουργικό (τρανός χορός έξω από την εκκλησία, χοροί και έθιμα στην τελετουργία του γάμου, κλπ) αντέχει στο χρόνο και δύσκολα αλλάζει σε σύγκριση με τους χορούς και τα τραγούδια του γλεντιού και του πανηγυριού (κοσμικό μέρος).
Ενθυμούμαι ένα περιστατικό στην 10ετία του ‘80 όπου είχαμε χορέψει, ως Λαογραφικός Σύλλογος Βλάχων Βέροιας, στην Σαμαρίνα τον 15Αύγουστο μετά από πρόσκληση. Καθώς δίναμε την παράστασή μας στην αυλή της εκκλησίας, χορεύοντας στο κέντρο της αυλής, μας πλησιάζει μια γερόντισσα οργισμένη με ένα μπαστούνι και μας λέει επιτακτικά να χορέψουμε γύρω-γύρω στην αυλή και όχι στο κέντρο. Εμείς συνεχίσαμε να χορεύουμε, γιατί δεν μπορούσαμε να αλλάξουμε τη ροή του προγράμματός μας. Δεν μπορούσαμε τότε να καταλάβουμε τη μεγάλη σημασία που είχε για τη γυναίκα αυτή να χορέψουμε γύρω-γύρω και ανοιχτά. Είχαμε προσβάλει τον ιερό τόπο και την λειτουργικότητά του εκείνη τη στιγμή, χωρίς να το ξέρουμε, γιατί δεν το είχαμε ζήσει στα δικά μας βλαχοχώρια. Προσωπικά ζητώ, εκ των υστέρων, συγνώμη από την συμπαθέστατη εκείνη κυρία.
Στον Τρανό μπροστά μπαίνει πάντα η ομάδα των ηλικιωμένων με κορυφαίο το γηραιότερο. Ακολουθούν οι μεσήλικες και κατόπιν οι νεότεροι και τα παλικάρια. Ακολουθούν οι γυναίκες με την ίδια αυστηρή σειρά. Έτσι σχηματίζεται ένας τεράστιος κύκλος «με μία κεφαλή». Στο μέσον του κύκλου εποπτεύει ο τελετάρχης, πρόσωπο σεβαστό και ως εκ τούτου αποδεκτό από όλη την κοινωνική ομάδα, ο οποίος συντονίζει τον χορό, δίνει τον τόνο, και ρυθμίζει κάθε λεπτομέρεια του.
Το τραγούδι αρχίζει από τον κορυφαίο και επαναλαμβάνεται ρυθμικά από τις υπόλοιπες ομάδες. Τα τραγούδια ποικίλουν κατά περιοχή, μπορούν να καταταγούν σε λυρικά, ερωτικά, ιστορικά, ηρωικά και κλέφτικα.
Παλιότερα η σειρά του Τρανού Χορού καθορίζονταν από την κοινωνική σύνθεση του χωριού. Μπροστά χόρευε η εύπορη τάξη των εμπόρων, ακολουθούσαν οι βιοτέχνες και μετά οι κτηνοτρόφοι με τις άσπρες φουστανέλες τους, και τέλος έκλειναν τον κύκλο οι αγωγιάτες με τις μαύρες τους φουστανέλες.
Αξίζει να επισημανθεί ότι ο Τρανός Χορός δεν μπορεί να προσεγγισθεί σαν βήματα, απλά τα βήματα ακολουθούν τον χορό. Εκείνο που μετράει είναι το συγκεκριμένο γεγονός που καθορίζει την ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα, ενότητα, αλληλεγγύη, συνέχεια ανά τους αιώνες και δήλωση παρουσίας της κοινωνικής ομάδας.   Γιατί εδώ δεν υπάρχει το ατομικό εγώ, αλλά το συλλογικό εμείς, δεν χορεύει το άτομο, αλλά ταυτίζεται χορεύοντας, ή μη, με το κυρίαρχο στοιχείο του συλλογικού εμείς της κοινότητας του. Σπουδαίοι Τρανοί χοροί που γίνονται ακόμα και σήμερα είναι το ‘Κίνικ΄ στο Περιβόλι και ο ‘Τσιάτσος'  στην Σαμαρίνα.

Δ . Απόψεις επιφανών επιστημόνων 

Παρακάτω παραθέτουμε απόψεις επιφανών ερευνητών, επιστημόνων και μουσικολόγων οι οποίοι μας δίνουν στοιχεία περί της ελληνικότητας χορών και τραγουδιών των βλαχοφώνων και της μεγάλης διαφοράς με τα αντίστοιχα των Ρουμάνων:
Σε ερώτηση του δημοσιογράφου τότε Γ. Έξαρχου στο Γ’ πρόγραμμα ραδιοφωνίας της ΕΡΤ το 1987 προς τον μουσικολόγο Γιώργο Παπαδάκη, όσον αφορά στη μουσική και τα τραγούδια των βλαχοφώνων, ο κ. Παπαδάκης απάντησε ότι «από την άποψη των κλιμάκων, των τρόπων, των διαστημάτων, των μουσικών οργάνων, αλλά και των ρυθμών πρόκειται, όχι απλώς παρεμφερή με τα ελληνικά, αλλά για τα ίδια τραγούδια (με τα ελληνικά). Η μόνη διαφορά είναι στη γλώσσα και φυσικά στον τρόπο προσαρμογής των συλλαβών στους ρυθμούς και τις μελωδίες.
Ο Tache Papahagi (γλωσσολόγος, εθνολόγος λαογράφος) στην πορεία της έρευνάς του στο βιβλίο «Poezia Lirica populara» (λυρική λαϊκή ποίηση), Βουκουρέστι 1967, παραδέχεται μεταξύ άλλων ότι «όταν ακούσει κανείς τις μελωδίες των αρμάνικων-βλάχικων τραγουδιών θα οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η αρμάνικη δημώδης ποίηση έχει προέλευση και καταγωγή ελληνική». Επίσης, το 1923 ο ίδιος συγγραφέας στο έργο του «Ο Problema De Romanitate Sud-Ilirica (ένα πρόβλημα νοτιο-Ιλλυρικού εκρωμαϊσμού)» γράφει: Είναι γνωστός ο χορός του Ρουμάνου χωρικού, ένας και απαράλλαχτος σε όλη τη Δακορουμανία: μια ομάδα προσώπων, που πιάνονται από το χέρι, σχηματίζει ένα κύκλο κλειστό και χορεύει στο ρυθμό ενός μέτρου 2/4.
Ο εθνομουσικολόγος G. Markou στο έργο του Folclor Muzical Aroman (Αρμάνικη μουσική λαογραφία), Βουκουρέστι 1977, μεταξύ άλλων επισημαίνει ότι οι Αρμάνοι-Βλάχοι χορεύουν σε ρυθμούς η ονομασία των οποίων έχει ελληνική προέλευση (συρτός, συγκαστός, καραπατάκης, τσιάμικος).
Ο Eλβετός διάσημος εθνομουσικολόγος Samuel Baud-Bovy στο «Δοκίμιο για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι», Αθήνα 1984, και στα «Κουτσοβλάχικα τραγούδια της Θεσσαλίας», Θεσ/νίκη 1990, συμπεραίνει ότι υπάρχει πολυφωνία στα τραγούδια των Βλάχων και ότι μουσικολογικά οι Σλαβόφωνοι και οι Ρωμανόφωνοι της Ελλάδας στην απόλυτή τους πλειονότητα είναι απόγονοι αυτόχθονου πληθυσμού (όπως και τα συμπεράσματα των ανθρωπολόγων).
Ο Αχιλλέας Λαζάρου στη μελέτη του «Ο Χορός των βλαχοφώνων», Θεσνίκη 1979, βγάζει τα εξής συμπεράσματα: Ο Βλάχικος χορός έχει απαλές και αργές κινήσεις ενώ ο Ρουμάνικος είναι γρήγορος, ορμητικός και απότομος. Ο Αρμάνικος χορός εκτελείται με τραγούδι των χορευτών ενώ ο Ρουμάνικος με ενόργανη μουσική. Το γεγονός, επίσης, ότι η λέξη κόρου= χορός των Αρμάνων–Βλάχων είναι πιο αρχαϊκή από την λέξη hora = χορός Ρουμάνων, που είναι καθαρά νεοελληνικό δάνειο, πιστοποιεί απερίφραστα ότι προηγήθηκε ο εκλατινισμός των Ελλήνων (μετέπειτα Αρμάνοι-βλάχοι) έναντι των Δάκων (μετέπειτα Ρουμάνοι).
Η Αθηνά Κατσανεβάκη στην διδακτορική της διατριβή με τίτλο ''βλαχόφωνα και ελληνόφωνα τραγούδια της περιοχής Βορείου Πίνδου-Ιστορική-εθνομουσικολογική προσέγγιση: ο αρχαϊσμός τους και η σχέση τους με το ιστορικό υπόβαθρο'' (Θεσ/νίκη 1998) αποδεικνύει ότι οι Αρμάνοι –Βλάχοι είναι γηγενής αρχαιότατος ελληνικός πληθυσμός.
Οι απόψεις του Πισοδερίτη, πολυγραφότατου Σωκράτη Λιάκου σύμφωνα με τους σύγχρονους ερευνητές είναι σεβαστές και παρουσιάζουν τεκμηριωμένα στοιχεία. Ο συγγραφέας μας παραθέτει τους παρακάτω επτά χορούς στο βιβλίο του «Μακεδονο-Αρμάνικα», Θεσ/νίκη 1976.: 1. Αρματωλικός, 2. Μπάσα (Μπάλος), 3. Κλέφτικος, 4. Σουρουβάρικος ή Ρογκατσιάρικος και Ισκινάρικος, (διονυσιακοί χοροί) 5. Συρτός (αρχαίος Γέρανος) 6. Τζιάτζιος (τρανός χορός) και 7. Χασάπικος (επηρεασμός από θρακιώτικους χορούς), όπου μας τονίζει χαρακτηριστικά ότι όλοι οι χοροί των Αρμάνων είναι αρχαιολοελληνικοί.

Έτσι από την έρευνα μας και τα στοιχεία, που αναφέρθηκαν παραπάνω, οδηγούμαστε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι το μουσικοχορευτικό ύφος το βλαχοφώνων Ελλήνων δεν είναι τίποτε άλλο από το ύφος γηγενών και αρχέγονων πληθυσμών του ευρύτερου ελληνικού χώρου. Έτσι, και από τον πολιτισμό για μια ακόμα φορά διαπιστώνουμε την ελληνικότητα του πληθυσμού αυτού, γεγονός που πάντοτε είμαστε υποχρεωμένοι να το διαλαλούμε γιατί, τα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε εκ νέου αντιμέτωποι σε προσπάθειες δημιουργίας μειονοτήτων και περιφερειακού έθνους Βλάχων στην Βαλκανική. Αυτά δεν είναι φοβίες και αναμόχλευση του παρελθόντος. Είναι γεγονότα. Άλλωστε, η γνώση του παρελθόντος, ιστορικού ή πολιτισμικού, είναι απαραίτητη προϋπόθεση σε ένα λαό να αποκτήσει εθνική αυτογνωσία. Αντλώντας διδάγματα από τα περασμένα, είμαστε σε θέση να αποφύγουμε τα προηγούμενα λάθη και να πορευθούμε με ασφάλεια στο μέλλον.

[Στοιχεία για τον Τρανό Χορό πάρθηκαν από ομιλία του Κωνσταντίνου Αδάμ, Καθηγητή Φ.Α – πρώην Προέδρου της Π.Ο.Π.Σ. Βλάχων - Εισήγηση για το 3ο Συμπόσιο για τον Ελληνικό Χορό]
 
ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ ΣΤΟ:  http://vlahofonoi.blogspot.com

2 Αυγ 2011

Ο αργαλειός

 Ο αργαλειός ως οικιακό εργαλείο είναι αρχαιότατο και αναφέρεται από τον Όμηρο ως ιστός. Η Πηνελόπη ύφαινε τη μέρα και ξεΰφαινε τη νύχτα για να ξεγελά με τον τρόπο αυτό τους "μνηστήρες" ώστε να την περιμένουν ώσπου να τελειώσει το "διασίδι" της. Η θεά Αθηνά στην αρχαιότητα προστάτευε την υφαντική τέχνη γι' αυτό ονομαζόταν "Έργανη Αθηνά". Πολλά από τα δημοτικά μας τραγούδια είναι αφιερωμένα στον αργαλειό και την ύφανση.
Στα παλιά χρόνια και στην περιοχή της Ερμιονίδας οι γυναίκες ασχολούνταν με το κέντημα και την ύφανση.
Μάθαιναν τον αργαλειό από τις πιο ηλικιωμένες γυναίκες που σε διάφορα μέρη της Ελλάδας ονομάζονταν "μαΐστρες". Δεν υπήρχε αργαλειός σε κάθε σπίτι ούτε την τέχνη της υφαντικής την μάθαιναν όλες οι νοικοκυρές. Γι' αυτό και όσες είχαν αργαλειό δεν κατασκεύαζαν μόνο τα ρούχα του σπιτιού τους αλλά και εμπορεύονταν τα υφαντά τους αν είχαν ανάγκη οικονομική.
Οι πιο οικονομικά ευκατάστατες υφάντρες ύφαιναν μόνο μεταξωτά υφάσματα για να πατούν χωρίς να πονούν στο ποδαρικό του αργαλειού, φορώντας παντόφλες με ελεύθερη τη φτέρνα. Τα χοντρά υφάσματα τα ύφαιναν οι πιο φτωχές γυναίκες και κοπέλες που ξεκόκιζαν το βαμβάκι κι αυτές συνήθως τα πουλούσαν.
Ευρύτερα είναι γνωστά 4 βασικά είδη αργαλειού:
α) ο όρθιος ή αντρομιδίσιος αργαλειός, κατάλληλος για την ύφανση κιλιμιών χραμιών και κάθε είδους χαλιών.
β) ο καθιστός που αποτελεί και τον βασικότερο τύπο αργαλειού που είναι οριζόντιος.
γ) του λάκκου, ίδιος με τον καθιστό αλλά πιο απλός και πρόχειρος στην κατασκευή, πάντα τοποθετημένος εκτός σπιτιού.
δ) ο χαραρίσιος, που μοιάζει με τον όρθιο αλλά τοποθετείται υπό γωνία, στον οποίο ύφαιναν λινάτσες (χαράρια).

Ο καθιστός τύπος αργαλειού, ως βασικότερος τύπος,  αποτελείται από 4 στύλους και τον σκελετό του έχει σχήμα κύβου. Πάνω στους στύλους περιστρέφονται τα "άντι" (ξύλινοι άξονες στους οποίους τυλίγεται το ύφασμα). Το ένα "άντι" βρίσκεται μπροστά στο στήθος της υφάντρας και το άλλο κάτω στα πόδια της. Στο πρώτο είναι τυλιγμένα τα χοντρά νήματα (το στημόνι) που απλώνονται και τυλίγονται στο δεύτερο "άντι" του ποδιού, αφού πρώτα περάσουν από τα "μυταριά" (από αρχαία λέξη μύτος) και ακολουθεί η υφάντρα πατώντας τις δύο "πατήθρες" ή "ποδαρικά". Ανάμεσα στις κλωστές η υφάντρα με τη "σαΐτα" που κρατούσε στο χέρι περνάει το 'υφάδι" στην "κρόκη" και ύστερα το πιέζει με το χτένι για να σφίξει. Έτσι συνδυάζοντας τις κινήσεις των χεριών και των ποδιών της, κατορθώνει να φτάσει στη τελική φάση της ύφανσης. Η δουλειά στον αργαλειό απαιτούσε μεγάλη δύναμη χεριών και συντονισμό κινήσεων μια και η υφάντρα χρησιμοποιούσε παράλληλα χέρια και πόδια. Γι' αυτό θεωρούταν πολύ κουραστική δουλειά και επίπονη.
Η δημοτική ποίηση περιγράφοντας τις δυσκολίες αυτές χρησιμοποίησε τους εξής στίχους:
"Το κέντημα είναι γλέντημα και η ρόκα είναι σεργιάνιμα    ο αργαλειός είναι σκλαβιά, σκλαβιά πολύ μεγάλη" Για τις νεαρές υφάντρες που δεν ήξεραν να υφαίνουν είχαν το εξής κοροϊδευτικό δίστιχο:
"Σαν δεν ήξερες να φάνεις
 τα μασούρια τι τα βάνεις;"

Υπήρχαν όμως και στίχοι που υμνούσαν τον αργαλειό:
"Τιμή μεγάλη και τρανή πουν' ο αργαλειός στο σπίτι     το κάθε δόντι του αργαλειού αξίζει μαργαρίτι". 
"Μαλαματένιο τ' αργαλειό  και φίλντισι το χτένι  και μια κοπέλα λυγερή  που τραγουδάει και φαίνει" 

 ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΜΑΛΛΙΟΥ
1. Λανάρια-Ξάσιμο Υπήρχαν δύο ειδών λανάρια για το ξάσιμο του μαλιού, τα μικρά και μεγάλα.
2. Η ρόκα. Ένα ραβδί που το ένα άκρο του καταλήγει σε δύο κύκλους σε σχήμα Φ που μέσα τους έμπαιναν και συγκρατούνταν οι τουλούπες (μαλλί) για το γνέψιμο. Όλες οι νοικοκυρές στο χωριό αν δεν κρατούσαν πλεχτό ή κέντημα κρατούσαν την ρόκα.
3. Το αδράχτι. Ξύλινη βέργα που έστριβε η νοικοκυρά για να γίνει κλωστή το μαλλί και στη συνέχεια την τύλιγε στο αδράχτι.
4. Η δρούγα. Ίδια βέργα που στην άκρη της στο κάτω μέρος συγκροτούσε το σφοντήλι, που βοηθούσε στο στρίψιμο για την παρασκευή του νήματος.
5. Το σφοντύλι. Στρογγυλό πέτρινο εξάρτημα με τρύπα που τοποθετείται στην δρούγα για να την διευκολύνει στην περιστροφή.
ΤΟ ΣΤΗΜΟΝΙ
Το στημόνι ήταν κόκκινο ή λευκό βαμβακερό νήμα του εμπορίου που τοποθετούταν κατά μήκος του αργαλειού τεντωμένο. Πάνω του γινόταν η ύφανση.

Το στημόνι το προμηθεύονταν σε κούκλες που περνούσε από διάφορες φάσεις μέχρι να τυλιχτεί στο «αντί»: 1ον To τοποθετούσαν στην ανέμη και με το ανεμίδι τυλιγόταν στα καλάμια. 2ον Τα καλάμια τα είχαν τοποθετήσει πάνω στην κλουβίστρα. 3ον Από τα καλάμια τυλιγόταν σε δύο ξύλα που ήταν καρφωμένα στο έδαφος αρκετά μακριά το ένα από το άλλο. Σε μερικές γειτονιές ήταν μόνιμα τοποθετημένα. 4ον Στήριζαν το πίσω «αντί» στις δύο τυλίχτρες και τύλιγαν πάνω του το νήμα. 5ον Κατόπιν έκαναν το μίτωμα, δηλαδή τοποθετούσαν το στημόνι στα μιτάρια και μετά στο χτένι. 6ον Μετά πήγαιναν το «αντί» στον αργαλειό και έδεναν το στημόνι στο μπροστινό «αντί».

ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΜΟΝΙΟΥ 1) Ανέμη: ξύλινο εργαλείο που περιστρεφόταν για το ξετύλιγμα της κούκλας του νήματος. 2) Ανεμίδι: μηχάνημα που συμπλήρωνε την ανέμη, όπου με την περιστροφή του τροχού της ξετύλιγε το νήμα από την ανέμη και το ξανατύλιγε σε καλάμια ή μασούρια. 3) Κλουβίστρα: ορθογώνια ξύλινη συσκευή που προσαρμόζονταν τα καλαμίδια. 4) Καλαμίδια: μικρά καλάμια που πάνω τους μαζευόταν το νήμα, όταν ξετυλίγεται από την ανέμη. 5) Τυλίχτρες: ξύλινες χοντρές διχάλες που τις έμπηγαν στο έδαφος και πάνω τους ακουμπούσε το πίσω «αντί» για να τυλιχτεί πάνω του το στημόνι. Σε μερικές γειτονιές ήταν μόνιμα τοποθετημένες.
ΤΟ ΣΤΗΣΙΜΟ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ Ο αργαλειός αποτελείτο από πολλά εξαρτήματα. Όταν τα συναρμολογήσουμε και βάλουμε το στημόνι  έχει στηθεί ο αργαλειός και είναι έτοιμος για την ύφανση του υφαδιού.
Εξαρτήματα του αργαλειού: 1) Αντιά: δύο στρογγυλά ξύλα με διάμετρο 10-15 εκατοστών που στο ένα άκρο έχουν τετράγωνη κατάληξη με τέσσερες τρύπες. Στο μπροστινό (προστάντι), που το συγκρατεί η κουρούνα, τυλίγεται το υφαντό καθώς φτιάχνεται , ενώ το άλλο στο πίσω μέρος (πισάντι), πάνω στο οποίο τυλίγεται το στημόνι, το συγκρατεί η ποταμίστρα. 2) Κουρούνα: κοντόχοντρο κυλινδρικό ξύλο που στηρίζει το «προστάντι» και το συγκρατεί. 3) Ποταμίστρα: μακρύ κυλινδρικό ξύλο που στηρίζει και συγκρατεί το «πισάντι». 4) Χτένι: παραλληλόγραμμο με ύψος 10-12 εκατοστά περίπου, με πλήθος από λεπτά δόντια από καλάμι που προσαρμόζονται σε δύο στενά παράλληλα καλάμια ή ξύλα. 5) Μιτάρια: κυλινδρικά ξύλα παράλληλα μεταξύ τους που πάνω τους είναι δεμένοι πολλοί λεπτοί σπάγγοι. Ανάλογα με το υφαντό άλλοτε χρησιμοποιούσαν δύο και άλλοτε τέσσερα. 6) Ξυλόχτενο: δύο οριζόντια ξύλα με αυλακιές. Αυτά δένονταν με δύο μικρότερα ξύλα κάθετα. Μέσα τους προσαρμόζεται και κλειδώνει το χτένι με το οποίο χτυπιέται το υφάδι. 7) Σαΐτα: ξύλο ελλειψοειδές που ήταν σκαμμένο εσωτερικά και κατά μήκος συγκρατούσε μια βέργα. Στη βέργα τύλιγαν το βαμβακερό νήμα που με το πέταγμα περνούσε μέσα στο στημόνι. 8) Μασούρι: ξύλο λεπτό, μήκους 40-50 εκατοστών που τύλιγαν πάνω του το μάλλινο νήμα που με το πέταγμα περνούσε μέσα στο στημόνι. 9) Ποδαρικά: δύο μικρά ξύλα συνδεδεμένα με τα μυτάρια που τα πατούσαν διαδοχικά. Έτσι άνοιγε το στημόνι (το στόμα) για να περνάει η σαΐτα.
Όλα τα ρούχα του αργαλειού τα τοποθετούσαν σε στοίβες διπλωμένα κάθετα στο «γήκο» ή «γιούκο». Τακτικά τα έβγαζαν να αεριστούν στα μπαλκόνια και στα παλούκια ( ξύλινοι φράχτες).

Το διαβάσαμε στο: vlahofonoi.blogspot.com

16 Ιουλ 2011

Η ανδρική ενδυμασία στο Ζαγόρι

Η αντρική ενδυμασία στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας πέρασε από τρεις βασικές εναλλαγές, που καθεμιά κληρονόμησε στην άλλη ορισμένα ή περισσότερα γνωρίσματά της, ώσπου στο ελληνικό επικράτησε οριστικά πια η Φράγκικη ή Ευρωπαϊκή αντρική φορεσιά.
Η πρώτη και παλιότερη ενδυμασία των αντρών στο τούρκικο αποτελούνταν από το αντερί, τη φλοκάτα και το φέσι. Το αντερί είδος ριχτού αντρικού φορέματος με μανίκια ήταν ανοιχτό μπροστά, αλλά κούμπωνε στο πλάι με μια ζάβα, όμοιο με το σημερινό μεσοφόρι των παπάδων. Μακρύ ως τα κότσια των ποδιών, γινόταν από μάλλινα υφάσματα για το χειμώνα, βαμβακερά για το καλοκαίρι. Η φλοκάτα είδος μακριού πανωφοριού χωρίς μανίκια, χρώματος μαύρου ή άσπρου, γινόταν από σκουτί, μάλλινο χοντρό ύφασμα με φλόκια, δουλεμένο στον αργαλειό. Το φέσι, σαν το πρώτο υποχρεωτικό κάλυμμα της κεφαλής των αντρών στο τούρκικο, πέρασε με την ίδια ιδιότητα και στη δεύτερη βασική εναλλαγή της αντρικής αμφίεσης.
Η λαϊκή αντρική ενδυμασία, που διαδέχτηκε την πρώτη παλιότερη αντρική φορεσιά, αποτελούνταν από εννιά κομμάτια, το φέσι, το πουκάμισο, το πισλί, τη φουστανέλα που αντικαταστάθηκε από το πουτούρι, το ντουλαμά, το γελέκι, το ζωνάρι, τις κάλτσες και τα τσαρούχια.
Τέλος τα Φράγκικα ή Ευρωπαϊκά, η τρίτη νεώτερη αντρική ενδυμασία, που αντικατέστησε τη λαϊκή αντρική φορεσιά, μπήκε στο Ζαγόρι από τις Ευρωπαϊκές χώρες, όπου οι Ζαγορίσιοι ξενιτεύονταν και κατέληγαν. Το παλιότερο Φράγκικο κοστούμι απαρτιζόταν από το σακάκι, σκέτο ή σταυρωτό με μανίκια, το παντελόνι φαρδύ ή στενό με ρεβέρ και το γιλέκο, γνώρισμα της λαϊκής αντρικής φορεσιάς, σκέτο επίσης ή σταυρωτό, μ' ένα σωρό τσέπες, όπου οι άντρες φύλαγαν το ρολόι τους και μια σειρά από χρυσές ή ασημένιες καδένες, σε μια προσπάθεια επίδειξης πλούτου κι ευδοκίμησης στα ξένα. Και τα τρία κομμάτια της Φράγκικης ενδυμασίας ήταν ραμμένα από το ίδιο ύφασμα, μάλλινο για το χειμώνα, βαμβακερό για το καλοκαίρι και μεταξωτό για τις γιορτές. Απαραίτητα συμπληρώματά της, το πουκάμισο, γνώρισμα της λαϊκής αντρικής φορεσιάς, κατά κανόνα άσπρο, κολλαριστό, που ερχόταν σε χτυπητή αντίθεση με το μαύρο παπιγιόν και τα στιβάλια, χαμηλές μπότες με ένα σωρό θηλυκωτήρια.

1. Το φέσι, κάλυμμα της κεφαλής των αντρών επί Τουρκοκρατίας, ψηλό και κυλινδρικό, χωρίς γύρο, ήταν φτιαγμένο από μάλλινο κόκκινο ύφασμα, είδος μαλακού χοντρού βελούδου της τσόχας. Με φούντα από μεταξωτό μαύρο νήμα ή χωρίς φούντα φοριόταν ή σεμνά όρθιο ή μάγκικα στραβά. Ονομαστός κατασκευαστής φεσιών ήταν o Δημήτριος Σπ. Κρεμμύδας (1856 - 1918) από τον Ελαφότοπο.
Οι μεσόκαιροι κι οι γέροι, πέρα από το φέσι, φορούσαν κατά προτίμηση ή σκουφί από μαύρη τσόχα ή καλπάκι (στρογγυλό καπέλο από μάλλινο ύφασμα ή δερμα), από μαύρο αστραχάν, αλλά κι οι ξενιτεμένοι χωριανοί γύριζαν στο χωριό τους από τις Βαλκανικές χώρες φορώντας στο κεφάλι τους σουμπάρες, δηλ. δερμάτινες σκούφιες. Με την πτώση των Γιαννίνων στα 1913 σ' αντικατάσταση του μισητού φεσιού έκαναν σε λίγο την εμφάνισή τους, το λαϊκό κασκέτο, η αρχοντική ρεμπούμπλικα (είδος ανδρικού καπέλου από μαλακό καστόρι) κι η φιλελεύθερη τρίτσα (σκληρό ψάθινο καπέλο).

2. Το πουκάμισο, μακρύ ως λίγο πιο κάτω από τη μέση ήταν ή χειριδωτό, δηλ. με πολύ φαρδιά μανίκια, που στένευαν καθώς κατέληγαν στον καρπό του χεριού, όπου κούμπωναν στις μανσέτες μ' ένα κουμπί ή μια ζάβα, που το φορούσαν το χειμώνα ή κοντομάνικο που τα φαρδιά μανίκια του έπεφταν ελεύθερα ως κάτω από τον αγκώνα, που το φορούσαν το καλοκαίρι. Άσπρο, κάτασπρο, με χαμηλό γιακά, κούμπωνε μπροστά με μια σειρά κουμπιά ή ζάβες κι ήταν γενικά ή μεταξωτό ή συνήθως φτιαγμένο από χασέ. Το πουκάμισο που προοριζόταν για συμπλήρωμα της λαϊκής αντρικής φορεσιάς ήταν κεντημένο με άσπρες μεταξωτές οτρές στη λαιμαργιά και τα μανίκια. Το αντρικό πουκάμισο, καθώς μαθαίνουμε από τα προικοσύμφωνα, γινόταν επίσης από έτοιμο πανί ποικίλης προέλευσης, όπως από Γιαννιώτικο, Αμερικάνικο και Φραγκόπανο, δηλ. Ευρωπαϊκό πανί, που ήταν εκλεκτής ποιότητας. Υπήρχε ακόμα και το εγχώριο πουκάμισο, γνωστό με το όνομα χερίσιο, δηλ. φτιαγμένο με το χέρι στον αργαλειό, που ήταν για καθημερινή χρήση, μάλλινο για το χειμώνα, λινό για το καλοκαίρι.

 3. Το πισλί ήταν είδος χονδρού χειμωνιάτικου ανδρικού εξωτερικού επενδυτή με χαμηλό γιακά, μακρύ μόλις ως τη μέση. Φτιαχνόταν από μάλλινο εγχώριο σκουτί, υφασμένο στον αργαλειό ή από ευρωπαϊκή τσόχα. Τα μανίκια του ράβονταν μόλις κατά το 1/5 από τη ραφή του ώμου, ακριβώς κάτω και πίσω από τη μασχάλη και κρέμονταν ελεύθερα πίσω στη ράχη σε σχήμα τριγώνου. Τα ριχτά προς τα πίσω μανίκια, γνωστά με το όνομα πισλιά, ονομάτησαν ολόκληρο τον επενδυτή πισλί. Το πισλί άσπρο ή γαλάζιο ήταν εσωτερικά ντουμπλαρισμένο και εξωτερικά κεντημένο με μεταξωτές μαύρες οτρές στα δυο φύλλα της μόστρας του, τα μανίκια και τη ράχη του σε ζικ-ζακ ή κοχλιωτά (σε σχήμα σαλιγκαριού) ή κολιαντίνας (σε σχήμα κρίκου αλυσίδας) σχέδια. Υπήρχε ακόμα και το ολοκέντητο πισλί, φοδραρισμένο από μέσα με εμπριμέ ύφασμα και καπλαντισμένο από έξω με κόκκινο λεπτό ύφασμα, που ερχόταν σε χτυπητή αντίθεση με το μαύρο κέντημα. Στο ολοκέντητο πισλί, πέρα από τα τρία σχέδια του κεντήματος που μνημονεύτηκαν, κυριαρχούσαν οι ρόδακες. Χωρίς κούμπωμα, φοριόταν ανοιχτό μπροστά για να φαίνονται από το άνοιγμά του και να προβάλονται, το κεντημένο γιλέκι ή το κεντημένο πουκάμισο, ανάλογα με τον τρόπο που κάθε φορά φοριόταν, δηλ. ή αμέσως πάνω από το πουκάμισο ή πάνω από το γελέκι.

4. Η φουστανέλα, είδος πολύπτυχης ανδρική φούστας, μακρυά παλιότερα ως κάτω από το γόνατο και στη συνέχεια κοντή ως πάνω από το γόνατο, ήταν φτιαγμένη από άσπρο, κάτασπρο χασέ. Μια κανονική φουστανέλα γινόταν απαραίτητα από 50 πήχεις πανί, φαρδύ 0,92μ, που πτυχωνόταν σε 400 δίπλες, τις λόξες, κατανεμημένες σε 50 σύνολα, τις μάνες. Στηριζόταν στη μέση με ένα περαστό κορδόνι, τη γνωστή βρακοζώνα. Παλιότερα ραβόταν στο πανωκόρμι και ονομαζόταν κορμοφουστανέλα.
Τη φουστανέλα αντικατέστησε το πουτούρι, είδος παντελονιού στενού στα σκέλια και πλατιού στα οπίσθια. Το πουτούρι, κλειστό μπρος και πίσω, προσδενόταν στη μέση με μάλλινη βρακοζώνα. Μακρύ ως το κότσι του ποδιού, γινόταν από μάλλινη υφαντή συνήθως τσόχα, χρώματος άσπρου ή μαύρου και ραβόταν από ειδικούς ραφτάδες. Ονομαστός υφαντής και ράφτης πουτουριών ήταν ο Δημήτριος Α. Φίτσης (1838 - 2.1.1921) από τον Ελαφότοπο.
 
5. Ο ντουλαμάς, είδος κοντού χοντρού μανδύα ή χλαίνης με χαμηλό γιακά και πτυχές στη φούστα του, ήταν φτιαγμένος από μάλλινο εγχώριο σκουτί δουλεμένο στον αργαλειό. Παραλλαγή της φλοκάτας, είδος πανωφοριού της πρώτης και παλιότερης αντρικής ενδυμασίας, πέρασε με την ίδια ιδιότητα στη λαϊκή αντρική φορεσιά. Τα μανίκια του ράβονταν μόλις κατά το 1/5 από τη ραφή του ώμου ακριβώς κάτω και πίσω από τη μασχάλη και κρέμονταν ελεύθερα πίσω στη ράχη. Ο ντουλαμάς χρώματος μαύρου ή βαθυγάλαζου ήταν εσωτερικά ντουμπλαρισμένος κι εξωτερικά καπλαντισμένος με κόκκινο ή καφέ βελούδο στα φαρδιά πέτα του, που κατέληγε στην κορφή τους σε δοντάκια, στις λοξές τσέπες του, που κατέληγε επίσης στο άνοιγμά τους σε δοντάκια, στα μανίκια και πίσω στη μέση του με δύο μικρές λωρίδες. Ακόμα έξι κομμάτια πράσινου βελούδου, σε σχήμα φύλλου δέντρου, γαζωμένα δύο καταμεσής στα πέτα, δύο στην κορφή στα μανίκια και δύο κάτω χαμηλά στα μπροστινά φύλλα της φούστας, συμπλήρωναν το καπλάντισμά του. Εξάλλου ο ντουλαμάς ήταν κεντημένος με δύο σειρές σιρίτι, άσπρο έξω και χρυσό μέσα, στα πέτα, τα μανίκια, τις τσέπες και τον ποδόγυρο του και το αρμάτωμά του συμπληρωνόταν με μία σειρά ξύλινα ή πάνινα κουμπιά αραδιασμένα στα πέτα ολόγυρα σε σχήμα πετάλου, στις μανσέτες και πίσω στη μέση κατά μήκος των δύο μικρών βελούδινων λωρίδων. Επίσης κούμπωνε εσωτερικά μονάχα στο πανωκόρμι του με μια σειρά ζάβες ή με μια σειρά θηλιές σε πάνινα κουμπιά κι έφερνε στη μέση μπροστά μέσα και έξω για κούμπωμα από ένα μεγάλο πάνινο κουμπί.
Πέρα από το ντουλαμά, που ήταν αποκλειστικό κομμάτι της λαϊκής αντρικής φορεσιάς, οι τσελιγκάδες φορούσαν το χειμώνα ή την άνοιξη στις ράχες και τα χαμηλώματα, όπου έβοσκαν τα ζωντανά τους, την κάπα ή το ταλαγάνι, για να προφυλάγονται από το κρύο, τη βροχή και το χιόνι. Η κάπα ήταν είδος ριχτού, βαριού ασήκωτου πανωφοριού χωρίς μανίκια. Μακριά ως τα κότσια των ποδιών φτιαχνόταν από χοντρό μάλλινο άγριο σκουτί, υφασμένο στον αργαλειό με τράγιο μαλλί, που στην επιφάνειά του αφήνονταν επίτηδες μακριές τρίχες, που έδιωχναν τη βροχή ή γλιστρούσαν το χιόνι. Η κάπα χρώματος μαύρου ή γκρίζου, στο φυσικό χρώμα του τραγίσιου μαλλιού, με χαμηλό γιακά, είχε συρραμμένη στον αυχένα του λαιμού της κατσούλα φτιαγμένη από το ίδιο ύφασμα για την προφύλαξη του κεφαλιού. Το ταλαγάνι ήταν κοντοκάπι, δηλ. είδος κοντού ελαφρύτερου πανωφοριού με μανίκια. Μακρύ ως το γόνατο, με λοξές τσέπες, φτιαχνόταν επίσης από χοντρό μάλλινο φίνο σκουτί, υφασμένο στον αργαλειό με γίδινο μαλλί. Το ταλαγάνι αφηνόταν επίσης στο φυσικό χρώμα του γιδίσιου μαλλιού και φοριόταν από τους τσελιγκάδες την άνοιξη για την προφύλαξή τους από τη βροχή.
6. Το γελέκι ή ιλέκι μακρύ μόλις μέχρι τη μέση, χωρίς μανίκια, ήταν ή μεταξωτό ή φτιαγμένο από ύφασμα εκλεκτής ποιότητας, γυαλιστερό, λεπτό κι ελαφρύ, μια που φοριόταν μονάχα την άνοιξη και το καλοκαίρι. Μονόχρωμο συνήθως σε χρώμα μπλε ή μαύρο ήταν ντουμπλαρισμένο εσωτερικά για να πέφτει καλύτερα και να μην ζαρώνει κι εξωτερικά κεντημένο στη λαιμαργιά και τα δύο φύλλα της μόστρας του, με χρυσές μεταξωτές οτρές σε ποικίλα σχέδια. Κούμπωνε μπροστά από τη λαιμαργιά ως την ούγια του, με δύο σειρές μεταλλικά ή μάλλινα κουμπιά. Είχε ακόμα ένα σωρό τσέπες, όπου οι άντρες φύλαγαν το ρολόι τους και μια σειρά από χρυσές ή ασημένιες καδένες, σε μια εξεζητημένη προσπάθεια επίδειξης πλούτου κι ευδοκίμησης στα ξένα. Φοριόταν πάνω από το πουκάμισο μαζί με το πισλί, που αφηνόταν επίτηδες ξεκούμπωτο για να προβάλλεται το γιλέκι. Το γιλέκι καλλωπιστικό κυρίως συμπλήρωμα της λαϊκής αντρικής φορεσιάς στο τουρκικό, πέρασε με την ίδια ιδιότητα στη Φράγκικη ή Ευρωπαϊκή αντρική ενδυμασία. Εξάλλου από τα προικοσύμφωνα πληροφορούμαστε πως το αντρικό γιλέκι γινόταν από ποικίλα υφάσματα, όπως από πέλο είδος βαμβακερού υφάσματος, από φανέλα είδος βαμβακερού ή μάλλινου υφάσματος και από ρούχο είδος χοντρού υφάσματος.


7. Το ζωνάρι ή ζωστάρι ήταν πρακτικό και συγχρόνως καλλωπιστικό εξάρτημα της αντρικής λαϊκής φορεσιάς. Διακρινόταν σε πλεκτό, υφασμάτινο και δερμάτινο. Το πλεκτό ζωνάρι πλεκόταν στο χέρι από τις γυναίκες κι ήταν συνήθως άσπρο με κρόσσια στις δύο άκρες του. Το υφασμάτινο υφαινόταν στον αργαλειό κι ήταν μεταξωτό ή μάλλινο ή βαμβακερό, άσπρο ή χρωματιστό, με κρόσσια επίσης στις δύο άκρες του. Το πλεκτό και το υφασμάτινο ζωνάρι ήταν μακρύ 4-5 μέτρα και φαρδύ ως δύο παλάμες. Περιζωνόταν στη μέση από άκρη σε άκρη πάνω από το πουκάμισο και τη φουστανέλα ή το πουτούρι. Το δερμάτινο ζωνάρι χρώματος μαύρου ή καφέ ήταν φαρδύ και κούμπωνε μπροστά με ένα τσοπλίδι (αγκράφα). Συχνά το υποκαταστούσε ή το σελάχι, δερμάτινο πολύπτυχο ζωστάρι, φαρδύ ως μιάμιση παλάμη, όπου ο άντρας φύλαγε απαραίτητα αντικείμενά του (όπως τις κουμπούρες του, το σουγιά, την καπνοσακούλα, τον πριόβολο, το καλαμάρι, το δεφτέρι και το χτένι του), ή το κεμέρι, δερμάτινο ζωστάρι, όπου ο άντρας φύλαγε τους παράδες του. Εξάλλου στα προικοσύμφωνα μνημονεύονται το υφασμάτινο ζωνάρι της Μάλτας και το καμηλίσιο ζωστάρι που ήταν φτιαγμένο από δέρμα καμήλας.


8. Οι αντρικές κάλτσες αποτελούνταν από τις πατούνες και τα καλάμια. Οι πατούνες ήταν χοντρές, χρώματος συνήθως μαύρου. Πλέκονταν στο χέρι με μάλλινο νήμα από τις γυναίκες. Έπιαναν την πατούσα του ποδιού κι έφταναν ως την άντσα του. Τα καλάμια ήταν μάλλινα λεπτά άσπρα και πλέκονταν επίσης στο χέρι από τις γυναίκες. Χωρίς λαπούδες (η πατούσα της κάλτσας), έπιαναν τα ποδάρια από τα κότσια ως χαμηλά στα σκέλια. Εφαρμοστά στις άντσες και τους μηρούς, προσδένονταν κάτω από το γόνατο με μαύρο γαϊτάνι ή μαύρη καλτσοδέτα, που έφερνε μια ή δύο μαύρες φούντες καμωμένες από μεταξωτό νήμα. Προσδένονταν ακόμα κάτω από την καμάρα τον ποδαριού με ένα σκαλοπάτι, δηλ. φαρδιά θηλιά. Το καλάμι ή λάστιχο φοριόταν πάνω από τις πατούνες, που τις σκέπαζε από το κότσι και πάνω.


9. Τα τσαρούχια, βασικό συμπλήρωμα της λαϊκής αντρικής ενδυμασίας, ήταν φτιαγμένα από κόκκινο λεπτό πρεσαριστό πετσί, γνωστό με το όνομα τελατίνι. Χωστά έπιαναν τα ποδάρια ως τα κότσια για να μη βγαίνουν, όταν μάλιστα ο άντρας χόρευε και πηδούσε. Ακόμα μονά, δηλ. χωρίς δεύτερο πάτο και χωρίς φτέρνες ήταν για αυτό ανάλαφρα και κατάλληλα για το χορό. Φανταχτερά στην εμφάνιση είχαν στην κορφή τον ανοίγματος ολόγυρα συρραμμένο ένα σιρίτι από λεπτό μαύρο λουστρίνι κεντημένο στο χέρι με άσπρο γαζί, που ερχόταν σε χτυπητή αντίθεση με το μαύρο λουστρίνι. Οι μύτες τους γυριστές λίγο προς τα πάνω, έφερναν μαύρες πλούσιες φούντες από διαλεχτό μεταξωτό νήμα. Τις καθημερινές οι άντρες φορούσαν βέβαια τσαρούχια με διπλό πάτο και διπλές φτέρνες ενισχυμένα μάλιστα με πρόκες, που ήταν βαριά και ασήκωτα. Στο τουρκικό υπήρχαν πολλά καλά τσαρουχάδικα από τα οποία οι άντρες αγόραζαν τα τσαρούχια τους και στο ελληνικό προμηθεύονταν τα τσαρούχια τους έτοιμα ή κατόπιν παραγγελίας από τα ξακουστά τσαρουχάδικα των Γιαννίνων, ενώ οι ντόπιοι τσαρουχάδες ήταν πια μπαλωματήδες, γιατί ασχολούνταν κυρίως με την επιδιόρθωση των τσαρουχιών.

15 Ιουλ 2011

Η γυναικεία φορεσιά στο Ζαγόρι

Η περιγραφή της φορεσιάς των γυναικών επιχειρείται εδώ κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κάθε φορά να προβάλλεται καθένα κομμάτι της πρώτα σαν κατεξοχήν καλλωπιστικό εξάρτημα της τοπικής λαϊκής Ζαγορίσιας γυναικείας φορεσιάς και στη συνέχεια σαν πρακτικό κυρίως συμπλήρωμα της καθημερινής γυναικείας αμφίεσης. Η γυναικεία λαϊκή Ζαγορίσια φορεσιά απαρτιζόταν από το πουκάμισο, το μαντίλι, το γελέκι, τη φούστα, το φόρεμα, την ποδιά, το σεγκούνι, τη ζώνη, τις πατούνες και τα τσαρούχια. Από τα κομμάτια αυτά, άλλα πλέκονταν ή κεντιόνταν στο χέρι ή υφαίνονταν στον αργαλειό ή ράβονταν στη μηχανή από τις γυναίκες του χωριού ή επιτηδεύονταν με αυτά ντόπιοι ή ξένοι αξιόλογοι τεχνίτες, άλλα πάλι σαν υφάσματα ή έτοιμα έμπαιναν στο χωριό από τις Βαλκανικές ή τις Ευρωπαϊκές χώρες, όπου οι Ζαγορίτες ξενιτεύονταν και κατέληγαν.
 Τέλος η ύπαρξη ακόμα και σήμερα τέτοιων παλιών κομματιών της γυναικείας λαϊκής φορεσιάς, που φυλάσσονται επιμελώς στις κασέλες των γυναικών του χωριού, οι μαρτυρίες γι' αυτά γεροντισσών που τα γνώρισαν από κοντά και τα φόρεσαν κι η αναφορά τους στα προικοσύμφωνα όπου απαριθμούνται σαν επιμέρους αντικείμενα της προίκας, ήταν βασικές προϋποθέσεις, πάνω στις οποίες στηρίχτηκε η πληρότητα κι η αξιοπιστία της παρακάτω περιγραφής τους.

1. Το γυναικείο πουκάμισο, μακρύ ως το γόνατο ήταν κατά κανόνα χειριδωτό, δηλαδή με μανίκια, που έφταναν ως τον καρπό του χεριού, όπου κούμπωναν με ένα ασημόκουμπο. Άσπρο, κάτασπρο ήταν γενικά ή μεταξωτό ή συνήθως φτιαγμένο από χασέ (άσπρο βαμβακερό ύφασμα). Το πουκάμισο που προοριζόταν για συμπλήρωμα της Ζαγορίσιας γυναικείας φορεσιάς, ήταν κεντημένο με άσπρες μεταξωτές οτρές (κλωστές) στη λαιμαργιά και τις μανσέτες του. Το πουκάμισο σαν συμπλήρωμα της γυναικείας αμφίεσης, γινόταν επίσης από έτοιμο πανί ποικίλης προέλευσης, όπως από Γιαννιώτικο, Αμερικάνικο και Φραγκόπανο, δηλαδή Ευρωπαϊκό πανί, που ήταν λεπτό και εκλεχτής ποιότητας. Υπήρχε ακόμα και το εγχώριο πουκάμισο, γνωστό με το όνομα χερίσιο, δηλ. φτιαγμένο με το χέρι, στον αργαλειό, που ήταν για καθημερινή χρήση, μάλλινο για το χειμώνα, λινό για το καλοκαίρι. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η όλη εμφάνιση του γιορτινού πουκάμισου κοσμείτο από μια πρόσθετη δαντέλα περασμένη γύρω από τη λαιμαργιά και τις μανσέτες του, όπου επίτηδες προεξείχε για να προβάλλεται ή από τη λαιμαργιά, είδος κεντημένου περιλαίμιου, που φάνταζε στο στήθος σαν εγκόλπιο. Εξάλλου από τα προικοσύμφωνα πληροφορούμαστε πως ονομαστό ήταν το πουκάμισο της Βράνιας, αξιομνημόνευτο το ξενθυμενίσιο πουκάμισο που ήταν φτιαγμένο από είδος ομώνυμου βαμβακομέταξου υφάσματος και ασύγκριτο το γιορτινό ή νυφιάτικο πουκάμισο φτιαγμένο από πιμπιζάρι, είδος βαμβακομέταξου υφάσματος, που ήταν μακρύ ως τα πόδια, με φαρδιά μανίκια και χρυσοκέντητες φυτικές διακοσμήσεις στο άνοιγμα του λαιμού και τα μανίκια.
2. Το μαντίλι της κεφαλής, απαραίτητο συμπλήρωμα της Ζαγορίσιας γυναικείας φορεσιάς, ήταν μαύρο εκλεκτής ποιότητας, συνήθως από τσίπα, πολύ λεπτό, σχεδόν διάφανο και σταμπάτο, δηλαδή έφερνε στην τετράγωνη άκρη του ολόγυρα σταμπαρισμένο κέντημα, συνήθως κλάρα με λουλούδια σε απαλές και αχνές αποχρώσεις χρώματος κόκκινου, πράσινου και γαλάζιου. Το μαντίλι αυτό, πέρα από το σταμπάτο κέντημά του είχε στον κόθρο του, πρόσθετο ποικίλο κέντημα, που γινόταν με λογιαστά μπρισίμια σε ένα έως τρία κάτια. Το πρόσθετο αυτό κέντημα, που συνδετικός του κρίκος με το μαντίλι ήταν ο καγκελάς, είδος προκαταρκτικού κεντήματος σε σχήμα ποντικόδοντου, ανάλογα με το είδος του σχεδίου του ονομαζόταν μπαρμπαρόζα, όταν είχε το σχήμα φύλλου μοσχομολόχας, βασιλικό, όταν είχε το σχήμα φύλλου βασιλικού, μακεδονήσι, όταν είχε το σχήμα φύλλου μαϊντανού, ανθάκι, όταν είχε το σχήμα λουλουδιού, πεταλούδα, όταν είχε το σχήμα πολύχρωμης πεταλούδας, πέταλο όταν είχε το σχήμα πετάλου, που κατέληγε μάλιστα σε φούντα.
Τα μαντίλια ανάλογα με τον τόπο προέλευσής τους διακρίνονταν στης Πόλης (Πολίτικα), της Ραιδεστού (Ροδοστιανά), της Βιέννας (Βιεννέζικα), της Φραγκιάς (Φραντζέζικα), των Ιωαννίνων (Γιαννιώτικα), της Βράνιας, της Βλαχιάς, της Τριέστης (Τεργέστης), της Κάρλοβας (Καρλόβου) και της Λιβόρνας (Λιβόρνου). Εξάλλου τα μαντίλια ανάλογα με το κόστος τους σε γρόσια ονομάζονταν δεκαρίσια, όσα στοίχιζαν δέκα γρόσια κι είχαν για κέντημα κλάρα πράσινη ή κίτρινη και οχτάρια, όσα στοίχιζαν οχτώ γρόσια κι ήταν συνήθως κλαρωτά με λουλούδια. Υπήρχαν ακόμα και τα πρόστυχα χοντρά μαντίλια της πένας, που στοίχιζαν πέντε γρόσια, είχαν για κέντημα ψάνα και τα φορούσαν οι γυναίκες στις δουλειές. Το μαντίλι ή τσεμπέρι που φορούσαν οι κοπέλες κι οι γυναίκες του χωριού σαν συμπλήρωμα της γυναικείας αμφίεσης ήταν άσπρο ή μαύρο, μάλλινο για το χειμώνα, βαμπακερό για το καλοκαίρι και μεταξωτό για τις γιορτές. Τα κορίτσια μόλις ξεσκολούσαν, φορούσαν στο κεφάλι τους, σύμφωνα με την επιχώρια συνήθεια, άσπρο μαντίλι, το χρώμα της αγνότητας και της χαράς, σκέτο, δηλαδή χωρίς κέντημα, που για στολίδια του κρέμονταν στην άκρη της μπάλας του παλιότερα χάντρες κι αργότερα αστραφτερές χρυσαφένιες πούλιες. Ίδια κι απαράλλαχτα άσπρα μαντίλια, σύμβολα της χαράς και του ξεφαντώματος, φορούσαν ευκαιριακά οι κοπέλες, αλλά και οι γυναίκες, όταν το χωριό έμπαινε στον τρύγο. Οι παντρεμένες γυναίκες φορούσαν μαύρα μαντίλια, που έφεραν στο γύρω τους σταμπαρισμένα, ποικίλα, αχνά κεντήματα σε απαλές αποχρώσεις χρώματος κόκκινου, πράσινου, κίτρινου και γαλάζιου. Οι χήρες κι οι γριές φορούσαν επίσης μαύρα μαντίλια, αλλά σκέτα, δηλ. χωρίς κέντημα. Το πιο απλό και συγχρόνως πρακτικό, πρόσθετο κέντημα όλων των μαντιλιών ήταν το ποντικόδοντο, όμοιο με πριονάκι, που περιοριζόταν μονάχα στον κόθρο της προσόψής του και γινόταν για να στέκεται και να μην ξεφτίζει το μαντίλι. Το τετράγωνο αυτό μαντίλι, αφού διπλωνόταν στα δύο και έπαιρνε το σχήμα τριγώνου, δενόταν στο κεφάλι. Έξι ήταν οι κυριότεροι τρόποι δεσίματος του μαντιλιού: 1) Ουρά ή τζουβρές: Σύμφωνα με τον τρόπο αυτό, το μαντίλι δενόταν ανάλαφρα πίσω στο λαιμό, ώστε να αφήνει ξεσκέπαστο το πρόσωπο, ανέγγιχτη τη μπάλα του και οι δύο άκρες του να σχηματίζουν πίσω στον αυχένα ουρά. 2) Ουρανός: Σύμφωνα με τον τρόπο αυτό, το μαντίλι δενόταν σφιχτά πίσω στον αυχένα, ώστε να σχηματίζει μπροστά στην μπάλα θόλο, ενώ οι δύο άκρες του ρίχνονταν μπροστά. 3) Φουρτζές: Σύμφωνα με τον τρόπο αυτό, οι δύο άκρες του μαντιλιού περνούσαν σταυρωτά πίσω στον αυχένα και κατόπι δένονταν πάνω στο ζερβό ή δεξιό πλάι του κεφαλιού. 4) Κατσώτα: Σύμφωνα με τον τρόπο αυτό, το μαντίλι με δύο ειδικές καρφίτσες, μακριές με κεφάλι, σκαλωνόταν ψηλά και πίσω στον κότσο των μαλλιών και μετά, δενόταν ανάποδα πάνω στο κεφάλι. 5) Τζαντάρ: Σύμφωνα με τον τρόπο αυτό το μαντίλι δενόταν ελαφρά υψηλά στα μαλλιά σε σχήμα φεσιού. Αυτός ο τρόπος δεσίματος του μαντιλιού συνηθιζόταν ιδιαίτερα στο κεντροδυτικό Ζαγόρι. 6) Μπαρμπούλωμα: Σύμφωνα με τον τρόπο αυτό, οι δύο άκρες του μαντιλιού περνούσαν σταυρωτά κάτω και μπροστά από το λαιμό και δένοντανστη συνέχεια πάνω στην κορφή του κεφαλιού. Αυτός ο τρόπος δεσίματος του μαντιλιού, συνηθιζόταν τις καθημερινές από τις γυναίκες, που ήταν απασχολημένες με τις δουλειές του σπιτιού.
 3. Το γιλέκι ή ιλέκι μακρύ μόλις ως τη μέση, χωρίς μανίκια, ήταν ή μεταξωτό ή φτιαγμένο από ύφασμα εκλεχτής ποιότητας, γυαλιστερό, λεπτό κι ελαφρύ, μια που φοριόταν την άνοιξη και το καλοκαίρι. Μονόχρωμο συνήθως, αλλά και εμπριμέ, χρώματος κατά κανόνα καφέ ή μπλε ή βυσσινί, ήταν κεντημένο στα δύο φύλλα της μόστρας του με χρυσές μεταξωτές οτρές σε οδοντωτά ή κοχλυωτά, δηλ. σε σχήμα σαλιγκαριού με λουλουδάτα σχέδια, γνωστά με τ' όνομα γκουργκλάδες. Καθώς κούμπωνε από τη λαιμαργιά ως την ούγια του με μια πυκνή σειρά από ζάβες(κόπιτσες), άφηνε επίτηδες να φανεί ένα φανταχτερό ρέλι, που το χτυπητό του χρώμα ερχόταν σε εντυπωσιακή αντίθεση με το χρώμα του γιλέκου. Πάνω από το ρέλι αυτό, κατέληγε ένα κέντημα με δοντάκια, γνωστό για το λόγο αυτό με το όνομα πριονάκι. Εξάλλου από τα προικοσύμφωνα, μαθαίνουμε πως το γιλέκι γινόταν από ποικίλα υφάσματα, όπως από τζανφέ είδος μεταξωτού υφάσματος, από πέλο είδος βαμβακερού υφάσματος, από κουτνί είδος μεταξωτού υφάσματος, από φανέλα είδος βαμβακερού ή μάλλινου υφάσματος και από ρούχο, είδος χοντρού υφάσματος.
 4. Η φούστα ξεκινούσε από τη μέση, όπου κούμπωνε στο πλάι με μια κόπιτσα και κατέληγε κάτω από το γόνατο. Μάλλινη ή υφαντή στον αργαλειό για το χειμώνα, βαμβακερή από χασέ ή κάμποτο (είδος αλεύκαστου βαμβακερού υφάσματος) για το καλοκαίρι και από φανέλα για τις γιορτές, που ήταν μάλιστα κεντημένη στον ποδόγυρο με κεντήματα φτιαγμένα στον καμβά (καναβάτσα) σε διάφορα σχέδια και χρώματα, ήταν συνήθως φοδραρισμένη για να πέφτει καλύτερα και να μη ζαρώνει. Έφερνε ακόμα κάτω χαμηλά από μέσα ένα κυκλικό τρουκί, γνωστό με το όνομα μαλακόφ, για να κρατάει φουσκωτό το φόρεμα, μια που φοριόταν κάτω από αυτό, αλλά η γυναικεία φιλαρέσκεια δεν παράλειπε να επιδεικνύει τη φούστα ανασηκώνοντας επίτηδες το φόρεμα. Η φούστα, σαν συμπλήρωμα της γυναικείας αμφίεσης αποτελούσε μαζί με το κοντό ή με μια ζακέτα για πανωκόρμι ένα απλό σύνολο, που προτιμούσαν οι κοπέλες και οι γυναίκες του χωριού στο καθημερινό σπορ ντύσιμο τους. Εξάλλου, από τα προικοσύμφωνα πληροφορούμαστε πως ονομαστή ήταν η φούστα της Βράνιας, περιζήτητη η φούστα της μόδας και ξεχωριστή η καμπρικένια, φούστα φτιαγμένη από καμπρίκ, είδος πολύ λεπτό μάλλινου γαλλικού υφάσματος.
 5. Το φόρεμα ή φουστάνι σαν συμπλήρωμα της Ζαγορίσιας γυναικείας φορεσιάς, αλλά συγχρόνως και της γυναικείας αμφίεσης, μακρύ ως τα κότσια των ποδιών, ήταν μάλλινο για το χειμώνα, βαμβακερό ή λινό για το καλοκαίρι και μεταξωτό για τις γιορτές. Φαρδύ στο πανωκόρμι και τη φούστα του, με μανίκια επίσης φαρδιά που στένευαν, καθώς κατέληγαν στον καρπό του χεριού, όπου κούμπωναν στις μανσέτες με μια ζάβα, ήταν ή με- σάτο ή με σούφρα στη μέση. Κατά κανόνα φοδραρισμένο, αλλά κι αφοδράριστο, έφερνε ακόμα από μέσα κάτω χαμηλά τον ποδόγυρο φτιαγμένο από ύφασμα αντιάνας για να στέκεται καλύτερα. Μονόχρωμο συνήθως χρώματος καφέ ή μοβ ή μπεζ, αλλά κι εμπριμέ, ήταν ή σκέτο, δηλ. χωρίς κέντημα για τις καθημερινές, ή κεντημένο για τις γιορτές. Το κέντημά του γινόταν με μεταξωτές οτρές και το κούμπωμα περιοριζόταν στη λαιμαργιά, όπου μάλιστα τα λοξά κεντήματα τα έλεγαν σπαθιά και τις μανσέτες, γνωστές με τ' όνομα πουλτσέτια. Σε άλλη περίπτωση αντί για κέντημα έφερνε σειρές από ασημόκουμπα, αραδιασμένα κατά μήκος του κουμπώματος.
Από τα προικοσύμφωνα μαθαίνουμε πως το φουστάνι γινόταν από ποικίλα υφάσματα, όπως από τζανφέ είδος μεταξωτού υφάσματος, από κλάσενα είδος μάλλινου χοντρού μπλε υφάσματος, από φασονέ είδος μάλλινου υφάσματος, από πέλο είδος βαμβακερού υφάσματος, από ρούχο είδος χοντρού υφάσματος, από αλατζά είδος βαμβακερού χοντρού υφάσματος, από ατλάζι είδος μεταξωτού υφάσματος, από ινδιάνα είδος υφάσματος από την Ινδία, από κουτνί είδος μεταξωτού υφάσματος κι από δημοκατώνι είδος λινού υφάσματος. Επίσης στα προικοσύμφωνα μνημονεύονται ονομαστικά διάφορα φορέματα, όπως το γκελμέτι ή γκελμέζι, το κιοταπί, το μαντίνι, το μποχαράκι, το νταρακλή ή ταρακλή, το σουλτανί και το τσηκμιέ. Εξάλλου ονομαστά ξένα φουστάνια ήταν το κουτνί της Βιέννης, το μεταξωτό της Βλαχιάς, το κεντητό της Νιγρίτας κι ο Σμυρνιός αλατζάς. Εγχώριο ήταν το γαλάζιο, φουστάνι γνεστικό χρώματος θαλασσί, που πλεκόταν από τις γυναίκες του χωριού στο χέρι κι ήταν ή σκέτο, δηλ. χωρίς κέντημα, ή κεντημένο με χάρτζια το καλό, με σιρίτια ή γαϊτάνια το κατώτερο. Αξιόλογα επίσης φορέματα όταν το γυναικείο αντερί, μακρύ ως τα κότσια των ποδιών, με μανίκια που κατέληγαν μόλις στον αγκώνα του χεριού, τολμηρό δείγμα νεωτερισμού για την έλλειψη κοντομάνικων γυναικείων φουστανιών, φτιαγμένο από μονόχρωμο ή ριγωτό ύφασμα, μεταξωτό ή βαμβακερό, κεντημένο με χρυσές μεταξωτές οτρές και το κορδόνι, είδος νυφιάτικου μεταξωτού φορέματος, χρώματος άσπρου και γυαλιστερού, κεντημένου επίσης με χρυσές μεταξωτές οτρές.
 6. Η ποδιά σημαντικό καλλωπιστικό συμπλήρωμα της Ζαγορίσιας γυναικείας φορεσιάς, ήταν φτιαγμένη από μαύρο ολομέταξο ατλάζι, φοδραρισμένο με εκλεχτό λεπτό ύφασμα για να μη ζαρώνει και να πέφτει καλύτερα. Κάτω κατέληγε σε φεστόνι, δηλ. ένα μικρό στενό λεπτό ανεβατό οδοντωτό κέντημα, που απαρτιζόταν από πολύ μικρά ανθάκια κεντημένα πάνω σε ένα πλισέ, φαρδύ όσο μισό φουρκί, γνωστό με το όνομα φρούτο, από όπου το είδος αυτό της ποδιάς ονομαζόταν «ποδιά με φρούτο». Πιο πάνω φάνταζε το ανεβατό ή γεμιστό κυρίως κέντημα της ποδιάς, φαρδύ όσο ένα φουρκί, που αποτελούνταν από τριαντάφυλλα, διάφορα λουλούδια, κλαριά και φύλλα, κεντημένα πάνω σε τελάρο με μεταξωτές κλωστές, λογιαστών φανταχτερών χρωμάτων, συναρμολογημένα όλα σε μια τέτοια αναλογική σύνθεση κι ένα τέτοιο αρμονικό συνταίριασμα, ώστε να αποτελούν ένα τέλειο σύνολο.

Η ποδιά ήταν κυρίως πρακτικό παρά καλλωπιστικό συμπλήρωμα της γυναικείας αμφίεσης, μια που χρησίμευε περισσότερο, καθώς φοριόταν πάνω από το φόρεμα για να το προφυλάξει από τον καθημερινό κίνδυνο του λερώματος. Οι ποδιές που έζωναν στη μέση οι κοπέλες κι οι γυναίκες του χωριού ήταν άσπρες ή μαύρες, μάλλινες για το χειμώνα, βαμβακερές για το καλοκαίρι, από ντρίλι (είδος φτηνού βαμβακερού υφάσματος) ή ρετσίνα (είδος εγχώριου βαμβακερο΄τα υφάσματος) οι καθημερινές και από μετάξι ή κατιφέ (βελούδο) οι γιορτινές. Τα κορίτσια μόλις ξεσκολνούσαν, έζωναν στη μέση, σύμφωνα με την επιχώρια συνήθεια, άσπρη ποδιά σκέτη, δηλ. χωρίς κέντημα, που για μοναδικό στολίδι είχε συρραμμένο ολόγυρα στον κόθρο της φανταχτερό σιρίτι και πάνω δεξιά ραμμένη τσεπούλα γαρνιρισμένη με το ίδιο σιρίτι, όπου φύλαγαν το μαντιλάκι τους. Οι γυναίκες δέναν στη μέση τους μαύρη ποδιά σκέτη, δηλ. χωρίς κέντημα, με συρραμμένο ολόγυρα στον κόθρο του, ομοιόχρωμο σιρίτι και πάνω δεξιά ραμμένη μικρή τσέπη γαρνιρισμένη με το ίδιο σιρίτι, όπου φύλαγαν το μανδηλέλι τους. Οι μεταξωτές ή κατιφένιες ποδιές, που φορούσαν οι γυναίκες τις γιορτές ήταν επίσης μαύρες, αλλά κάτω κατέληγαν σε ανεβατό δαντελωτό κέντημα από άσπρη ή μαύρη δαντέλα ή σε πλισέ. Οι ποδιές αυτές ήταν επίσης στις προτιμήσεις των μετρημένων γυναικών σαν συμπλήρωμα της Ζαγορίσιας γυναικείας φορεσιάς. Υπήρχαν ακόμα οι πρόστυχες ποδιές καμωμένες από χοντρό κατώτερο ποιοτικά μαύρο ύφασμα, που φορούσαν οι γυναίκες στις δουλειές κι οι παρδαλές ποδιές, σύμβολα διασκεδαστικής εκτροπής, που φορούσαν ευκαιριακά οι κοπέλες, αλλά κι οι γυναίκες, όταν το χωριό έμπαινε στον τρύγο.
Ακόμα από τα προικοσύμφωνα πληροφορούμαστε πως οι γυναίκες φορούσαν ποδιές σκέτες ή κεντημένες φτιαγμένες από διάφορα υφάσματα σε ποικίλα χρώματα, πάντοτε ασορτί με τα φορέματα, όπως πελένιες που ήταν από πέλο είδος βαμβακερού υφάσματος, μπογασένιες που ήταν από μπουχασί, είδος χρωματιστού υφάσματος κόκκινου ή γαλάζιου, σατενένιες που ήταν από σατέν είδος βαμβακερού ή μάλλινου ή μεταξωτού υφάσματος, ρούχινες που ήταν από ρούχο είδος χοντρού υφάσματος, φανελένιες που ήταν από φανέλα είδος βαμβακερού ή μάλλινου υφάσματος, αμπέρι που ήταν από πράσινο ύφασμα στο χρώμα των φύλλων της αμπεριάς (γαζίας) κι υφαντές που υφαίνονταν στον αργαλειό κι ήταν μάλλινες κόκκινου χρώματος, με σχέδια σε σχήμα ψαροκόκκαλου χρώματος άσπρου, μαύρου και πράσινου, που φοριόνταν τις καθημερινές κι ήταν μακριές, γνωστές με το όνομα φούτες.

7. Το σεγκούνι, γνωστό και με το όνομα σαγιάκι-σαϊάκι ή φλοκωτό, όπως το έλεγαν στο κεντρικό Ζαγόρι, ήταν το πιο εντυπωσιακό και συγχρόνως το πιο ακριβό κομμάτι της Ζαγορίσιας γυναικείας φορεσιάς. Ήταν ένα είδος μεσάτου πανωφοριού χωρίς μανίκια, ανοιχτό μπροστά και ριχτό πίσω, πού δενόταν στη μέση με ένα εσωτερικό κουμπί. Μακρύ ως τα μισά της άντζας, κατέληγε σε δύο βαθιά κοψίματα, με τα οποία χωριζόταν σε τρία φύλλα, το μεσιανό στενό και τα δύο ακρινά πλατιά. Φτιαχνόταν από δίμητο, μάλλινο χοντρό και κρουστό μαύρο ύφασμα δουλεμένο ειδικά σε όρθιο (αντρομιδίσιο) αργαλειό. Το ανεβατό κέντημά του γινόταν με μεταξωτές οτρές και κόκκινα μπρισίμια, που το χρώμα τους ήταν ανεξίτηλο. Τα είδη του κεντήματος ήταν ποικίλα, αλλά ακολουθούσαν ορισμένα κοχλιωτά, δηλ. σε σχήμα σαλιγκαριού ή κολιαντίνας, δηλ. σε σχήμα κρίκου αλυσίδας, σχέδια (πλάνα), που επαναλαμβάνονταν κάθε φορά με διάφορες παραλλαγές. Ανάλογα με την έκταση του κεντήματος ή το καπλάντισμα, το σεγκούνι διακρινόταν σε μισοσάικο ή τσαπαρένιο, σε κλειστό και σε σπατέλα. Στο μισοσάικο ή τσαπαρένιο σεγκούνι, που ήταν φοδραρισμένο με κλαρωτό ύφασμα, το κέντημα περιοριζόταν στις άκρες ολόγυρά του, στις δύο καμάρες του και την πλάτη του. Το κλειστό σεγκούνι, που ήταν φοδραρισμένο με σατέν ή εμπριμέ ύφασμα, ήταν ολοκέντητο. Το σεγκούνι σπατέλα ήταν καπλαντισμένο στα πλευρά του με δύο ορθογώνια κομμάτια κόκκινης τσόχας, γνωστής με το όνομα σπατέλα, και το υπόλοιπο κέντημά του ήταν περιορισμένο.
Ονομαστός υφαντής και κεντητής σεγκουνιών ήταν ο Δημήτριος Α. Φίτσης (1838 - 2.1.1921) από τον Ελαφότοπο, που διατηρούσε το εργαστήρι του στο μεσοχώρι, ενώ ξακουστός σεγκουνάς σε ολάκερο το Ζαγόρι ήταν ο Οδυσσέας Πανταζής από το Μονοδέντρι. Εξάλλου τα σεγκούνια ανάλογα με το κόστος τους σε παράδες ονομάζονταν εφταλιρίτικα, όσα στοίχιζαν εφτά λίρες, πενταλιρίτικα, όσα στοίχιζαν πέντε λίρες και τριαλιρίτικα, όσα στοίχιζαν τρεις λίρες. Υπήρχαν ακόμα και τα πρόστυχα, που στοίχιζαν μια λίρα κι ήταν σιριτένια, δηλ. κεντημένα με σιρίτι.

Πέρα από το σεγκούνι, που ήταν αποκλειστικό κομμάτι της Ζαγορίσιας γυναικείας φορεσιάς, οι γυναίκες φορούσαν το χειμώνα και την άνοιξη διάφορα άλλα είδη πανωφοριών, κομμάτια της γυναικείας γενικά αμφίεσης, όπως το φλοκωτό ή φλοκάτα, τη σαλταμάρκα, το σαμαλατζά και το κοντό. Το φλοκωτό ή φλοκάτα ήταν χοντρό μάλλινο για το χειμώνα, ελαφρύ βαμβακερό για την άνοιξη, πανωφόρι, άσπρο ή μαύρο με φλόκια, από όπου και το όνομά του, καλό, δηλ. καλής ποιότητας για τις γιορτές, της αράδας, δηλ. κατώτερης ποιότητας για τις καθημερινές. Χειριδωτό, δηλ. με μανίκια, ήταν ή σκέτο, δηλ. χωρίς κέντημα ή αρματωμένο, δηλ. κεντημένο με τσίφτι ή σιρίτι ή γαϊτάνι ή σιριτογάιτανο. Ονομαστό ήταν το Μοσχοπολιάνικο φλοκωτό ή φλοκάτα, που προερχόταν από τη Μοσχόπολη της Β. Ηπείρου. Υπήρχε ακόμα και το εγχώριο φλοκωτό ή φλοκάτα, σκέτο ή τσαπαρένιο, που ύφαιναν οι κυρές στον αργαλειό ή έπλεκαν στο χέρι, γνωστό με το όνομα οσπητίσιο ή γνεστικό. Η σαλταμάρκα ήταν κοντογούνι, δηλ. είδος κοντού χοντρού πανωφοριού, μάλλινου για το χειμώνα γουνιασμένου ειδικά με σαμούρι (η γούνα της νυφίτσας) ή γενικά με γούνα στη λαιμαργιά και τα μανίκια ή είδος αλαφρού, βαμβακερού για την άνοιξη αγούνιαστου πανωφοριού. Ακόμα η σαλταμάρκα ήταν σκέτη, δηλ. χωρίς κέντημα ή τσαπαρένια, δηλ. κεντημένη με γαϊτάνια ή σπατέλα, δηλαδή καπλαντισμένη στα δυο φύλλα της μόστρας της, με δύο ορθογώνια κομμάτια κόκκινης τσόχας, γνωστής με το όνομα σπατέλα. Ο σαμαλατζάς ήταν είδος καφτανιού, δηλαδή μακριού ως το κότσι του ποδαριού μεσάτου πανωφοριού με μακριά μανίκια, που έδενε στη μέση με μια ζώνη. Γινόταν από έτοιμο μεταξωτό ή βαμβακερό ριγωτό άσπρο και τρανταφυλλί ύφασμα, γνωστό με το όνομα σαλαματζάς, από όπου και το όνομα του σαμαλατζένιου πανωφοριού.
Το κοντό, είδος γυναικείου επενδυτή, ήταν μακρύ μόλις ως τη μέση, γεγονός στο οποίο άλλωστε χρωστούσε το όνομά του. Χειριδωτό, δηλ. με μακριά μανίκια, που κατέληγαν σε κομψά κουμίματα και κούμπωναν στα πουλτσέτια με δύο γυάλινα κουμπιά, ήταν φτιαγμένο από μάλλινα ντουμπλαρισμένα υφάσματα καλής ποιότητας, χρώματος συνήθως καφέ ή μπλε, μια που φοριόταν κυρίως το χειμώνα. Υπήρχε όμως και το βαμβακερό κοντό φτιαγμένο από πέλο ή εμπριμέ, που ήταν ελαφρύτερο και φοριόταν την άνοιξη. Το κοντό είτε μάλλινο είτε βαμβακερό κούμπωνε μπροστά με μια μονάχα ζάβα χαμηλά στη μέση κι έτσι άφηνε ανοιχτό το στήθος επίτηδες για να προβάλλεται το γιλέκο. Ήταν επίσης κεντημένο με καφέ ή μαύρες οτρές στη λαιμαργιά, τις μανσέτες και μπροστά στο στήθος, όπου μάλιστα τα κεντήματα τα έλεγαν σπαθιά. Φοριόταν κατά προτίμηση από τις μεσόκαιρες γυναίκες με τη φούστα, με την οποία αποτελούσε ένα σπορ σύνολο, παρόμοιο με το σημερινό ταγέρ. Το κοντό που φορούσαν οι γυναίκες τις καθημερινές ήταν φτιαγμένο από ρετσίνα ή άλλα φτηνά υφάσματα. Εξάλλου ονομαστό ήταν το κοντό της Βράνιας και της Βλαχιάς, μια που ιδιαίτερα μνημονεύονται στα προικοσύμφωνα.
8. Η ζώνη ή ζώστρα ήταν προπαντός καλλωπιστικό εξάρτημα της Ζαγορίσιας γυναικείας φορεσιάς. Διακρινόταν σε υφασμάτινη, που ήταν ομορφότερη και σε μεταλλική, που ήταν ακριβότερη. Η πρώτη γινόταν από γκρενά βελούδο ή βυσσινί ατλάζι κι ήταν κεντημένη με χρυσές μεταξωτές οτρές και στολισμένη με αστραφτερές πούλιες. Χρυσοκέντητη και ολοκέντητη σχεδόν έκλεινε με μια χειροποίητη ασημένια φλωροκαπνισμένη αγκράφα, από την οποία κρέμονταν τρία ή τέσσερα ασημένια κουδουνάκια. Η δεύτερη, σφυρηλατημένη από ατόφιο ασήμι, ήταν φυσεκωτή, δηλαδή απαρτιζόταν από λεπτά ψιλοδουλεμένα ασημένια θηλυκωτήρια, που είχαν το σχήμα φυσεκιού, από όπου και το όνομά της και συναποτελούσαν είδος φυσιγγιοθήκης. Η φλωροκαπνισμένη κατά κανόνα κούμπωνε με ένα απλό κρίκο ή με μια ασημένια αγκράφα. Εξάλλου οι μεσόκαιρες φορούσαν κατά προτίμηση Γιαννώτικη ζώνη φτιαγμένη από λεπτό βαμβακερό χρυσοκέντητο ύφασμα, που έκλεινε μπροστά με τσαπράζια πολίτικα.
Οι ζώνες που φορούσαν οι κοπέλες και οι γυναίκες του χωριού σαν καλλωπιστικό και συγχρόνως πρακτικό εξάρτημα της γυναικείας αμφίεσης ήταν ή σκέτες, δηλαδή χωρίς κέντημα ή κεντημένες, καμωμένες από διάφορα ντουμπλαρισμένα υφάσματα, όπως μάλλινες για το χειμώνα, βαμβακερές για το καλοκαίρι, πρόστυχες για τις καθημερινές και μεταξωτές για τις γιορτές. Στα προικοσύμφωνα μνημονεύεται η ζώνη της μόδας, που ακολουθούσε κάθε φορά το συρμό της εποχής και για τούτο ήταν περιζήτητη.
 
 
9. Οι πατούνες που φορούσαν οι γυναίκες είτε σαν συμπλήρωμα της Ζαγορίσιας γυναικείας φορεσιάς είτε σαν εξάρτημα της γυναικείας αμφίεσης παλιότερα, ήταν χοντρές άσπρες και χαμηλές ως το γόνατο, όπου δένονταν γύρω στην κλείδωσή του με μάλλινο γνέμα, με το οποίο οι γυναίκες έπλεκαν επίσης στο χέρι τα τσουράπια (κάλτσα). Οι πατούνες αυτές έφερναν στη μύτη και τη φτέρνα τους κέντημα, που γινόταν συγχρόνως με το πλέξιμό τους με γνέμα βαμμένο κόκκινο, μαύρο, μοβ, και χρυσαφί. Το κέντημα αυτό, γνωστό με το όνομα πλουμί (κεντίδι), ανάλογα με το είδος του σχεδίου του ονομαζόταν, τριφύλλι όταν έμοιαζε με το φύλλο του, γκορτσιά όταν έμοιαζε με το κλαρί της, αϊτός όταν παρίστανε το βασιλιά των πουλιών κ.ά. Στο κατόπι οι γυναίκες φορούσαν μαύρες κάλτσες πλεγμένες στο χέρι συνήθως σκέτες, μάλλινες το χειμώνα, βαμβακερές το καλοκαίρι.
 Αλλά και τα προπόδια που φορούσαν οι γυναίκες, ήταν παλιότερα άσπρα, πλεγμένα με γνέμα στο χέρι και κεντημένα στη μύτη και τη φτέρνα τους, κατά τον ίδιο κι απαράλλαχτο τρόπο που κεντούσαν τις πατούνες. Στο κατόπι τα προπόδια όπως και οι πατούνες, ήταν μαύρα σκέτα, μάλλινα για το χειμώνα, βαμβακερά για το καλοκαίρι.
10. Τα τσαρούχια, βασικό συμπλήρωμα της Ζαγορίσιας γυναικείας φορεσιάς τα παλιότερα χρόνια, στις μέρες μας οι γόβες. Τα τσαρούχια ήταν φτιαγμένα από κόκκινο λεπτό πρεσαριστό πετσί, που ονομαζόταν τελατίνι. Χωστά έπιαναν το ποδάρι ως τα κότσια, για να μη βγαίνουν, όταν μάλιστα η γυναίκα χόρευε. Ακόμα μονά, δηλαδή χωρίς δεύτερο πάτο και χωρίς τακούνι ήταν για αυτό ανάλαφρα και κατάλληλα για το χορό και το σεργιάνι. Φανταχτερά στην εμφάνιση είχαν στην κορυφή του ανοίγματος ολόγυρα συρραμμένο ένα σιρίτι από λεπτό μαύρο λουστρίνι κεντημένο στο χέρι με άσπρο γαζί, που ερχόταν σε χτυπητή αντίθεση με το μαύρο λουστρίνι. Ακόμα οι μύτες τους έφεραν μαύρες ολοστρόγγυλες φούντες από διαλεχτό μεταξωτό νήμα. Οι γυναίκες αγόραζαν τα τσαρούχια τους στο τούρκικο, όπου υπήρχαν πολλά καλά τσαρουχάδικα και αργότερα στο ελληνικό προμηθεύονταν πια τα τσαρούχια τους έτοιμα ή κατόπιν παραγγελίας, από τα ξακουστά τσαρουχάδικα των Γιαννίνων. Στις προτιμήσεις τους πρώτο ερχόταν το ονομαστό τσαρουχάδικο του Γιωργάνα. Με το τέλος του Α' παγκοσμίου πολέμου τα τσαρούχια, σαν συμπλήρωμα της Ζαγορίσιας γυναικείας φορεσιάς αντικαταστάθηκαν σιγά, σιγά από τις γόβες, που ήταν φτιαγμένες από μαύρο τριζάτο λουστρίνι κι είχαν ψηλό τακούνι, που χάριζε μπόι στις γυναίκες.

Τις καθημερινές οι γυναίκες φορούσαν σαν συμπλήρωμα της γυναικείας αμφίεσης, τσαρούχια με διπλό πάτο και τακούνι, οι μεσόκαιρες τσαρούχια χωρίς φούντες, αλλά με μύτες και οι γριές τις λεγόμενες κορδέλες, είδος μαύρων στρωτών χαμηλών πρόχειρων παπουτσιών όμοιων με τα πατήκια, που έδεναν όμως με κορδέλες, δηλαδή κορδόνια, από όπου και το όνομά τους. Μετά τον Α' παγκόσμιο πόλεμο τα τσαρούχια σαν συμπλήρωμα της γυναικείας αμφίεσης αντικαταστάθηκαν σιγά, σιγά από τα παπούτσια. Μέσα στο σπίτι οι γυναίκες φορούσαν τα πατ’ στά, είδος παντοφλών.
ΠΗΓΗ:  www.yousouroum.gr