ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΣΤΟ:

iliochori@gmail.com


1 Δεκ 2010

Ο Τσολάκης!!!

Όπως ασφαλώς θα γνωρίζουν οι περισσότεροι από τους φίλους μας, την εποχή της Οθωμανικής κυριαρχίας, τα χωριά του Ζαγορίου απολάμβαναν κάποια προνόμια που τους  είχαν παραχωρηθεί από την Υψηλή Πύλη.
Ένα από τα προνόμια αυτά ήταν και το ότι, από την περιοχή του Ζαγορίου, δεν έπαιρναν οι Οθωμανοί μικρά παιδιά για να τα κάνουν γενίτσαρους αλλά, οι κάτοικοι της περιοχής, έστελναν κάθε χρόνο ένα ορισμένο αριθμό νεαρών ατόμων, προκειμένου να εργάζονται ως ιπποκόμοι, για κάποιο χρονικό διάστημα, στους στάβλους του Σουλτάνου, στην Κωνσταντινούπολη. ΄Ηταν το λεγόμενο Βοϊνίκιο.
Πολλοί από αυτούς τους νεαρούς, όταν τελείωνε η περίοδος που έπρεπε να εργασθούν στους στάβλους, παρέμεναν στην Πόλη, δούλευαν, πλούτιζαν και μετά γυρνούσαν στο χωριό τους (Το νόστιμον ήμαρ).
Μεταξύ των νεαρών, που πήγαν εκείνη την εποχή στην Πόλη ως ιπποκόμοι και στη συνέχεια έμειναν εκεί, ήταν και κάποιος  με το επίθετο Τσολάκης, από το Ηλιοχώρι. Ο νεαρός αυτός ήταν ασφαλώς πρόγονος των σημερινών οικογενειών με το επίθετο Τσολάκης από το χωριό μας. 

Ο προέδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού μας, βρήκε στην συλλογή «Χιακά Ανάλεκτα» του Κων/νου Ν. Καννελάκη, έκδοση «Χίος Ημερολόγιο», ένα ποίημα σχετικό με τον συγκεκριμένο πρόγονο της οικογενείας του και μου το έστειλε. 
Να σημειώσουμε εδώ ότι και η Χίος, την εποχή εκείνη, λόγω της γειτνιάσεως, είχε κι αυτή μεγάλες επαφές με τη Πόλη.
Το ποίημα αυτό το οποίο είναι γραμμένο σε Χιακή διάλεκτο, έχει τίτλο «Ο Τσολάκης» και είναι το ακόλουθο:


Ο  ΤΣΟΛΑΚΗΣ
Τσολάκης βάρκ’ αρμάτωσε στην Ζάγουρον νά πάγη
να κάμη Πάσκα τσαί Λαμπρή τσαί αποκρηιά μεγάλη,
στο πέλαγος που διάβαινε, στο δρόμο που πηγαίνει,
πέντε φεργάδες τ’  απαντούν τσ’ οι πέντε αρματωμέναις.
«Τσολάκη, μάϊνα πανιά ! Τσολάκη, βάλτα κάτω!»
«Δεν μαϊνάρω τα πανιά μηδέ τα βάνω κάτω,
είμαι Τσολάκης ξακουστός, Τσολάκης ξακουσμένος,
στην Πόλη μέσ’ τον Ταρσανά μ’ έχουν ζωγραφισμένο
ελάτε δυο αφ’ την μιάν μεργιά τσαί δυο από την άλλην
τσαί το χρυσό σας περγηντί ας ερτ’ από την πλώρη».
Βολιά του ήρτε στό πλευρό, βολιά στην αμασκάλη
μα στην δεξιάν του την μεργιά είχε περίσσα  χάριν,
τσαί των συντρόφων φώναξε τσαί του ναυκλήρου λέγει"
«Νά πάτε να με θάψετε όξω στά ’ρημοκκλήσια
γλήγωρα βάλετε κουπί νά βγούμε  σε λιμιώνα,
τσ’  αν πάτε τσ’ εις τον τόπο μας να ’ράξετε στό κάστρο
τσ’ αν σας ρωτήσ’ η μάνα μου τσ’ η δόλια μου η γυναίκα
πήτενε πως απόμεικα άρματα για να πάρω,
στην Πόλη πάγω για σπαθί, στην Σμύρνην για φηκάρι
τσ’ εις την Κωνσταντινούπολιν για ’να μικρό χατζάρι
τσ’ αν σας ξαναρωτήσουσι πήτεν τως μιαν αλήθεια,
αν κάμ’ ο μέρμηγκας αυγό τσ’ η πέρδικα γεράκι
τσ’ η αστιφίδα  γιασεμί, τότε θα ’ρτή ο Τσολάκης.

2 σχόλια:

  1. ΠΟΛΥ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΝΤΟΜΠΡΙΝΟΒΟ-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ-ΝΤΟΜΠΡΙΝΟΒΟ
    Η αέναος κίνηση δίδει νόημα στο άθλημα της ζωής...

    ΑπάντησηΔιαγραφή